Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (4)

Οι αρχηγοί των σημαντικότερων λεσχών του Παρισιού και οι επαναστάτες σύμμαχοί τους κατά την περίοδο της εξέγερσης του Ιούνη
4ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Οι συνασπισμένοι βασιλικοί ραδιουργούσαν ο ένας ενάντια στον άλλο, στο Τύπο, στο Έμς, στο Κλαρεμόν, έξω από το κοινοβούλιο. Πίσω από τα παρασκήνια ξαναφορούσαν τις παλιές τους ορλεανικές και νομιμόφρονες λιβρέες και ξαναρχίζανε τις παλιές τους κονταρομαχίες. Αλλά στη δημόσια σκηνή, στις μεγάλες δημόσιες πράξεις τους σαν ένα μεγάλο κοινοβουλευτικό κόμμα, ξεφορτωνόταν ή κάθε βασιλική ομάδα το δικό της βασιλικό οίκο με απλές αποκλίσεις και αναβάλανε επ’ αόριστον την παλινόρθωση της μοναρχίας. Διεκπεραιώνουν τις πραγματικές τους υποθέσεις σαν κόμμα της τάξεως, δηλ. κάτω από κοινωνικό και όχι κάτω από πολιτικό τίτλο, σαν αντιπρόσωποι της αστικής παγκόσμιας τάξης και όχι σαν ιππότες που συνοδεύουν περιπλανώμενες πριγκίπισσες, σαν αστική τάξη ενάντια σε άλλες τάξεις, όχι σαν βασιλικοί ενάντια σε δημοκρατικούς. Και σαν κόμμα της τάξεως ασκούσαν πάνω στις άλλες τάξεις της κοινωνίας μια πιο απεριόριστη και πιο σκληρή κυριαρχία απ’ ότι γινόταν προηγούμενα, στην εποχή της παλινόρθωσης ή της μοναρχίας του Ιούλη, μια κυριαρχία που ήταν γενικά δυνατή μόνο με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γιατί μόνο κάτω απ’ αυτή τη μορφή μπορούσαν να ενωθούν σε δυο μεγάλες μερίδες της γαλλικής αστικής τάξης και να βάλουν έτσι στην ημερήσια διάταξη την κυριαρχία της τάξης τους αντί του καθεστώτος μιας προνομιούχας ομάδας της.Και άν, παρ’ όλα αυτά, σαν κόμμα της τάξεως, έβριζαν τη δημοκρατία κι εκφράζανε την αποστροφή τους προς αυτήν, αυτό δε γινόταν μόνο από βασιλικές αναμνήσεις.Το ΄ενστικτό τους τους υπαγόρευε,ότι η δημοκρατία ολοκληρώνει βέβαια την πολιτική τους κυριαρχία μα ταυτόχρονα υπονομεύει την κοινωνική τους βάση, μια και τώρα είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τις υπόδουλες τάξεις και να αγωνιστούν εναντίον τους δίχως μεσολάβηση, δίχως το προπέτασμα που τους εξασφαλίζει το στέμα, δίχως να μπορούν να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον του έθνους με δευτερεύοντες αγώνες αναμεταξύ τους και ενάντια στη βασιλική εξουσία. Ήταν ενα αίσθημα αδυναμίας, που τους έκανε να τρέμουν μπροστά στους ξεκάθαρους όρους της δικής τους ταξικής κυριαρχίας και να νοσταλγούν τις λιγότερο τέλειες και αναπτυγμένες και συνεπώς λιγότερο επικίνδυνες μορφές αυτής της κυριαρχίας. Αντίθετα, κάθε φορά που οι συνασπισμένοι βασιλικοί έρχονται σε σύγκρουση με τον αντίπαλο μνηστήρα, με το Βοναπάρτη, κάθε φορά που νομίζουν ότι κινδυνεύει η κοινοβουλευτική παντοδυναμία τους από την εκτελεστική εξουσία, κάθε φορά λοιπόν που αναγκάζονται να βγάλουν στη φόρα τον πολιτικό τίτλο της κυριαρχίας τους, εμφανίζονται όλοι τους σαν δημοκρατικοί και όχι σαν βασιλικοί, αρχίζοντας από τον ορλεανικό θιέρσο που προειδοποιούσε την εθνοσυνέλευση ότι η δημοκρατία τη χώριζε λιγότερο, και τελειώνοντας με το νομιμόφρονα Μπερρυέ που στις 2 του Δεκέμβρη 1851 ζωσμένος με την τρίχρωμη ταινία, προσφωνούσε σαν δημεγέρτης και στο όνομα της δημοκρατίας το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί μπροστά στη δημαρχία του δεκάτου διαμερίσματος του Παρισιού. Και η ηχώ του απαντούσε κοροϊδευτικά Ερρίκος Ε΄. Ερρίκος Ε΄!

Ενάντια στο συνασπισμό της αστικής τάξης συγκροτήθηκε ένας συνασπισμός από μικροαστούς και εργάτες, το λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι μικροαστοί έβλεπαν πως δεν είχαν αμειφθεί καλά ύστερα από τις μέρες του Ιούνη 1848, έβλεπαν ότι κινδύνευαν τα υλικά τους συμφέροντα και έβλεπαν να διαμφισβητούνται από την αντεπανάσταση οι δημοκρατικές εγγυήσεις που θα τους εξασφάλιζαν την επιβολή αυτών των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό πλησιάσανε τους εργάτες. Από την άλλη μεριά, η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση, οι ορεινοί, που είχαν παραμεριστεί στο διάστημα της δικτατορίας των αστών δημοκρατών, είχαν ξανακατακτήσει στο τελευταίο μισό της ζωής της συνταχτικής τη χαμένη τους δημοτικότητα χάρη στην πάλη της συντακτικής τη χαμένη τους δημοτικότητα χάρη στην πάλη τους ενάντια στο Βοναπάρτη και τους βασιλικούς υπουργός. Είχαν κλείσει συμμαχία με τους σοσιαλιστές αρχηγούς. Το Φλεβάρη του 1849 πανηγύρισαν με συμπόσια τη συμφιλίωση. Καταρτίστηκε ένα κοινό πρόγραμμα, ιδρύθηκαν κοινές εκλογικές επιτροπές και υποβλήθηκαν κοινοί υποψήφιοι. Από τις κοινωνικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου αφαίρεσαν την επαναστατική τους αιχμή και τις έδωσαν μια δημοκρατική τροπή, από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις της μικροαστικής τάξης αφαίρεσαν την καθαρά πολιτική μορφή τους και έκαναν να ξεπροβάλει η σοσιαλιστική τους αιχμή. Έτσι γεννήθηκε η σοσιαλδημοκρατία. Οι νέοι ορεινοί, το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού, εκτός από μερικούς κομπάρσους που προέρχονται από την εργατική τάξη και από μερικούς αιρετικούς σοσιαλιστές, περιλάβαιναν τα ίδια στοιχεία των παλιών ορεινών, αλλά σε μεγαλύτερο αριθμό. Στην πορεία όμως της εξέλιξης είχαν αλλάξει μαζί με την τάξη που αντιπροσώπευαν. Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας συνοψιζόταν γι’ αυτό στο γεγονός ότι τους δημοκρατικούς – ρεπουμπλικάνικους θεσμούς δεν τους ζητούσαν σαν μέσα για να καταργήσουν τα δυο αντίθετα άκρα, το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά για να χαλαρώσουν την αντίθεσή τους και για να τη μετατρέψουν σε αρμονία. Όσο διαφορετικά μέτρα και αν προτείνονται για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, με όσο περισσότερο ή λιγότερο επαναστατικές έννοιες και αν τον στολίσουν, το περιεχόμενο μένει το ίδιο. Το περιεχόμενο αυτό είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο, αλλά ένας μετασχηματισμός μέσα στα μικροαστικά πλαίσια. Δεν πρέπει όμως να κάνει κανείς τη στενοκέφαλη σκέψη ότι η μικροαστική τάξη θα ήθελε κατ’ αρχήν να επιβάλει ένα εγωιστικό ταξικό συμφέρον. Αντίθετα πιστεύει, ότι οι ειδικοί όροι της απελευθέρωσής της είναι οι γενικοί όροι, που κάτω από αυτούς μόνο είναι δυνατό να σωθεί η σύγχρονη κοινωνία και να αποφευχθεί η πάλη των τάξεων. Το ίδιο, δεν πρέπει κανένας να φαντάζεται ότι οι δημοκρατικοί αντιπρόσωποι είναι όλοι τους μαγαζάτορες, ή ότι λαχταρούν να γίνουν μαγαζάτορες. Μπορεί εξαιτίας της μόρφωσής τους και της ατομικής θέσης τους, να απέχουν απ’ αυτούς όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Εκείνο που τους κάνει εκπρόσωπους των μικροαστών είναι ότι το μυαλό τους δε μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που οι ίδιοι οι μικροαστοί δεν ξεπερνάνε στη ζωή και ότι, συνεπώς, σπρώχνονται θεωρητικά προς τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες λύσεις, όπου το υλικό συμφέρον και η κοινωνική τους θέση σπρώχνει πρακτικά τους μικροαστούς. Αυτή είναι γενικά η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους πολιτικούς και φιλολογικούς εκπροσώπους μιας τάξης προς την τάξη που εκπροσωπούν.


Ύστερα από την παραπάνω ανάλυση, είναι αυτονόητο ότι αν οι ορεινοί αγωνίζονται συνεχώς ενάντια στο κόμμα της τάξεως για τη δημοκρατία και για τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου, ο τελικός σκοπός τους δεν είναι ούτε η δημοκρατία ούτε τα δικαιώματα του ανθρώπου, το ίδιο όπως και ένας στρατός που θέλουν να τον αφοπλίσουν και αντιστέκεται στο πεδίο της μάχης, δεν το κάνει βέβαια μόνο για να κρατήσει τα όπλα του.


Από την έναρξη κιόλας της εθνοσυνέλευσης, το κόμμα της τάξεως προκάλεσε τους ορεινούς. Η αστική τάξη ένιωθε τώρα την ανάγκη να ξεμπερδέψει με τους δημοκρατικούς μικροαστούς, όπως πριν από ένα χρόνο είχε νιώσει την ανάγκη να τελειώσει με το επαναστατικό προλεταριάτο. Μόνο που η κατάσταση του αντίπαλου ήταν διαφορετική. Η δύναμη του προλεταριακού κόμματος βρισκόταν στους δρόμους, η δύναμη των μικροαστών μέσα στην ίδια την εθνοσυνέλευση. Έπρεπε λοιπόν να τους δελεάσει και να τους τραβήξει έξω από την εθνοσυνέλευση, στους δρόμους και να τους αφήσει να σπάσουν οι ίδιοι την κοινοβουλευτική τους δύναμη προτού βρουν τον καιρό και την ευκαιρία να την σταθεροποιήσουν. Οι ορεινοί έπεσαν καλπάζοντας με τα τέσσερα σ’ αυτή την παγίδα. Ο βομβαρδισμός της Ρώμης από τα γαλλικά στρατεύματα ήταν το δόλωμα που τους πέταξαν. Ο βομβαρδισμός παραβίαζε το άρθρο 5 του συντάγματος, που απαγορεύει στη γαλλική δημοκρατία να χρησιμοποιεί τις στρατιωτικές της δυνάμεις ενάντια στις ελευθερίες ενός άλλου λαού. Ακόμα, το άρθρο 54 απαγόρευε κάθε κήρυξη πολέμου από την εκτελεστική εξουσία δίχως τη συναίνεση της εθνοσυνέλευσης, ενώ η συνταχτική με την απόφασή της τής 8 του Μάη είχε αποδοκιμάσει την εκστρατεία της Ρώμης. Γι’ αυτούς τους λόγους ο Λεντρύ – Ρολλέν κατάθεσε στις 11 του Ιούνη 1849 μια μήνυση ενάντια στο Βοναπάρτη και τους υπουργούς του. Ερεθισμένος από τα κεντρίσματα του Θιέρσου, παρασύρθηκε μάλιστα ως το σημείο να απειλήσει ότι έχει σκοπό να υπερασπίσει το σύνταγμα με όλα τα μέσα, ακόμα και με το όπλο στο χέρι. Οι ορεινοί ορθώθηκαν σαν ένας άνθρωπος και επανέλαβαν αυτή την κραυγή στα όπλα. Στις 12 του Ιούνη η εθνοσυνέλευση απόρριψε την πρόταση παραπομπής σε δίκη και οι ορεινοί εγκατέλειψαν το κοινοβούλιο. Τα γεγονότα της 13 του Ιούνη είναι γνωστά: η προκήρυξη μιας μερίδας των ορεινών, που έθετε το Βοναπάρτη και τους υπουργούς του «εκτός συντάγματος», η πομπή στους δρόμους της δημοκρατικής εθνοφυλακής, που καθώς ήταν άοπλη σκορπίστηκε στην πρώτη της επαφή με τα στρατεύματα του Σανγκαρνιέ κλπ. Ένα μέρος των ορεινών κατέφυγε στο εξωτερικό, ένα άλλο μέρος παραπέμφθηκε στο ανώτατο δικαστήριο της Μπουρζ και ένας κοινοβουλευτικός κανονισμός υπόταξε τους υπόλοιπους στη δασκαλίστικη επιτήρηση του προέδρου της εθνοσυνέλευσης. Το Παρίσι κηρύχτηκε πάλι σε κατάσταση πολιορκίας και η δημοκρατική μερίδα της εθνοφυλακής του διαλύθηκε. Έτσι τσακίστηκε η επιρροή των ορεινών στο κοινοβούλιο και η δύναμη των μικροαστών στο Παρίσι.


Η Λυών, όπου τα γεγονότα της 13 του Ιούνη είχαν δόση το σύνθημα μιας αιματηρής εργατικής εξέγερσης, κηρύχτηκε κι αυτή μαζί με τους 5 τριγύρω νομούς σε κατάσταση πολιορκίας μια κατάσταση που συνεχίζεται ακόμα και τούτη τη στιγμή. Ο κύριος όγκος των ορεινών είχε εγκαταλείψει την πρωτοπορία του στην τύχη της με την άρνησή του να υπογράψει την προκήρυξή της. Ο τύπος επίσης είχε λιποταχτήσει, αφού μόνο δυο εφημερίδες τόλμησαν να δημοσιεύσουν την προκήρυξη. Οι μικροαστοί πρόδωσαν τους αντιπροσώπους τους, γιατί δεν παρουσιάστηκαν οι εθνοφύλακες, ή όπου παρουσιάστηκαν, εμπόδισαν την κατασκευή οδοφραγμάτων. Οι αντιπρόσωποι είχαν εξαπατήσει τους μικροαστούς, αφού δε βρέθηκαν πουθενά οι δήθεν οπαδοί τους στο στρατό. Τέλος, το δημοκρατικό κόμμα, αντί να κερδίσει πρόσθετη δύναμη από το προλεταριάτο, το μόλυνε με τη δική του αδυναμία και, όπως συμβαίνει συνήθως με τα ανδραγαθήματα των δημοκρατών, οι αρχηγοί είχαν την ικανοποίηση ότι μπορούσαν να κατηγορούν «το λαό» τους για λιποταξία και ο λαός πάλι είχε την ικανοποίηση ότι μπορούσε να κατηγορεί τους αρχηγούς του για απάτη.


Σπάνια μια πράξη προαναγγέλθηκε με περισσότερο θόρυβο από την επικείμενη εκστρατεία των ορεινών, σπάνια ένα γεγονός διασαλπίστηκε με περισσότερη βεβαιότητα και τόσο πολύ πιο μπροστά από την αναπόφευκτη νίκη της δημοκρατίας. Ένα είναι βέβαιο: οι δημοκράτες πιστεύουν στις σάλπιγγες που με τον ήχο τους γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχούς. Και κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τα οχυρά του δεσποτισμού, προσπαθούν να επαναλάβουν το θαύμα. Αν οι ορεινοί ήθελαν να νικήσουν μέσα στο κοινοβούλιο, δεν έπρεπε να συμπεριφερθούν με κοινοβουλευτικό τρόπο στους δρόμους. Αν σκέφτονταν στα σοβαρά για ειρηνική διαδήλωση, ήταν ηλίθιο να μην προβλέψουν πως θα τους γίνονταν υποδοχή με τα όπλα. Αν πάλι αντιμετώπιζαν μια πραγματική μάχη, ήταν παράδοξο να καταθέσουν τα όπλα που μ’ αυτά θα έπρεπε να δώσουν τη μάχη. Μα οι επαναστατικές απειλές των μικροαστών και των δημοκρατικών αντιπροσώπων τους είναι απλές απόπειρες εκφοβισμού του αντιπάλου. Και όταν πια έχουν χωθεί μέσα στο αδιέξοδο, όταν έχουν εκτεθεί τόσο πολύ που είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τότε αυτό το κάνουν με διφορούμενο τρόπο, με τέτοιο τρόπο που περισσότερο απ’ όλα αποφεύγει τα μέσα για την πραγματοποίηση του σκοπού και ψάχνει να βρει προσχήματα για να υποταχτεί. Το εισαγωγικό σάλπισμα που προαναγγέλλει τη μάχη, σβήνει σ’ ένα λιγόψυχο μουρμουρητό μόλις έρθει η ώρα ν’ αρχίσει η μάχη. Οι ηθοποιοί παύουν να παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους και η δράση του έργου ατονεί ολότελα, σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι που το τσιμπούν με το βελόνι.


Κανένα κόμμα δεν υπερβάλλει τα μέσα του περισσότερο από το δημοκρατικό κόμμα, κανένα δε γελιέται με περισσότερη επιπολαιότητα για την κατάσταση. Επειδή ένα μέρος του στρατού είχε ψηφίσει γι’ αυτούς, οι ορεινοί είχαν κιόλας πεισθεί ότι ο στρατός θα επαναστατούσε γι’ αυτούς. Και για ποια αφορμή; Για μια αφορμή που για το στρατό δεν είχε κανένα άλλο νόημα, εκτός από το ότι οι επαναστάτες έπαιρναν το μέρος των στρατιωτών της Ρώμης ενάντια στους γάλλους στρατιώτες. Από την άλλη μεριά, οι αναμνήσεις του Ιούνη του 1848 ήταν ακόμη τόσο πρόσφατες που δε μπορούσε το προλεταριάτο να μη νιώθει βαθιά αποστροφή προς την εθνοφυλακή και οι ηγέτες των μυστικών εταιριών να μη νιώθουν βαθιά δυσπιστία προς τους δημοκρατικούς αρχηγούς. Για να εξουδετερωθούν αυτές οι διαφορές έπρεπε να διακυβεύονται μεγάλα κοινά συμφέροντα. Η παραβίαση ενός αφηρημένου άρθρου του συντάγματος δε μπορούσε να αποτελέσει ένα τέτοιο κοινό συμφέρον. Μήπως το σύνταγμα δεν είχε κιόλας επανειλημμένα παραβιαστεί όπως βεβαίωναν οι ίδιοι οι δημοκράτες; Μήπως οι πιο λαϊκές εφημερίδες δεν το είχαν στιγματίσει σαν ένα αντεπαναστατικό κατασκεύασμα; Μα ο δημοκράτης, επειδή αντιπροσωπεύει τη μικροαστική τάξη, δηλ. μια μεταβατική τάξη που μέσα σ’ αυτήν αμβλύνονται ταυτόχρονα τα συμφέροντα δυο τάξεων, φαντάζεται πώς βρίσκεται πάνω από την ταξική αντίθεση. Οι δημοκράτες αναγνωρίζουν ότι απέναντί τους στέκεται μια προνομιούχα τάξη, αυτοί όμως μαζί με όλο το υπόλοιπο έθνος, αποτελούν το λαό. Εκείνο που αντιπροσωπεύουν είναι το δίκιο του λαού, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι το συμφέρον του λαού. Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη σε έναν επικείμενο αγώνα να εξετάσουν τα συμφέροντα και τις σχέσεις των διαφόρων τάξεων. Δεν έχουν ανάγκη να ζυγίσουν με πολύ μεγάλη λεπτολογία τα μέσα τους. Νομίζουν πως δεν έχουν παρά να δώσουν το σύνθημα και ο λαός, με όλα τα ανεξάντλητα μέσα του θα ριχτεί πάνω στους καταπιεστές. Κι αν στην πραγματοποίησή του αποδειχτεί ότι τα συμφέροντά τους ήταν δίχως ενδιαφέρον και η δύναμή τους αδυναμία, τότε φταίνε γι’ αυτό είτε ολέθριοι σοφιστές, που διαιρούν τον αδιαίρετο λαό σε διάφορα εχθρικά στρατόπεδα, είτε ο στρατός ήταν τόσο αποκτηνωμένος και αποτυφλωμένος που δε μπορούσε να νιώσει τους καθαρούς σκοπούς της δημοκρατίας σαν δικό του καλό, είτε μια λεπτομέρεια στην εκτέλεση έκανε ν’ αποτύχει το σύνολο, είτε τέλος μια απρόβλεπτη σύμπτωση έγινε αιτία να χαθεί αυτή τη φορά το παιχνίδι. Πάντως ο δημοκράτης βγαίνει από την πιο επαίσχυντη ήττα τόσο άσπιλος, όσο αθώος ήταν όταν μπήκε στη μάχη, με τη νεοαποκτημένη πεποίθηση ότι πρέπει να νικήσει, όχι γιατί αυτός και το κόμμα του θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν την παλιά τους άποψη, μα αντίστροφα γιατί οι συνθήκες πρέπει να ωριμάσουν προς τη δική του κατεύθυνση.


Γι’ αυτό δεν πρέπει να φαντάζεται κανείς σαν πολύ δυστυχισμένους τους ορεινούς, που δεκατίστηκαν, τσακίστηκαν, και ταπεινώθηκαν από το νέο κοινοβουλευτικό κανονισμό. Αν η 13 του Ιούνη είχε παραμερίσει τους αρχηγούς τους, έκανε όμως από την άλλη μεριά τόπο σε ανθρώπους κατώτερης ικανότητας, που τους κολακεύει αυτή η καινούργια θέση. Αν η αδυναμία τους στο κοινοβούλιο δε μπορούσε πια να αμφισβητηθεί, είχαν τώρα το δικαίωμα να περιορίζουν τη δράση τους σε εκρήξεις ηθικής αγανάκτησης και σε βροντερές διακηρύξεις. Αν το κόμμα της τάξεως προφασιζόταν πως έβλεπε στους ορεινούς, σαν τους τελευταίους επίσημους εκπρόσωπους της επανάστασης, όλες τις φρικαλεότητες της αναρχίας, οι ίδιοι μπορούσαμε να είναι στην πραγματικότητα ακόμα πιο ρηχοί και πιο μέτριοι. Παρηγορήθηκαν όμως για τις 13 του Ιούνη με το βαθυστόχαστο ελιγμό: Ας τολμήσουν όμως να θίξουν το γενικό εκλογικό δικαίωμα και τότε βλέπουμε: Nous verrons (σ. σ. Θα ιδούμε).


Όσο για τους ορεινούς που είχαν καταφύγει στο εξωτερικό, αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι ο Λεντρύ – Ρολλέν, επειδή είχε κατορθώσει, μόλις μέσα σε δυο βδομάδες, να καταστρέψει ανεπανόρθωτα το ισχυρό κόμμα που βρισκόταν επικεφαλής του, νόμισε ότι ήταν τώρα προορισμένος να σχηματίσει μια γαλλική κυβέρνηση in partidus, του φαινόταν ότι θα μεγάλωνε η φυσιογνωμία του όταν θα βρισκόταν μακριά, αποσπασμένος από το έδαφος της δράσης, ότι θα βρισκόταν μακριά, αποσπασμένος από το έδαφος της δράσης, ότι θα μεγάλωνε στο μέτρο που έπεφτε το επίπεδο της επανάστασης και στο μέτρο που οι επίσημες αξίες της επίσημης Γαλλίας παίρνανε ολοένα περισσότερο διαστάσεις νάνων. Ότι μπορούσε να φιγουράρει σαν δημοκρατικός υποψήφιος πρόεδρος για το 1852, να στέλνει περιοδικές εγκύκλιες στους βλάχους και σ’ άλλους λαούς, που μ’ αυτές θα απειλούσε τους δεσπότες της ηπείρου με τις δικές του πράξεις και με τις πράξεις των συμμάχων του. Μήπως είχε ολότελα άδικο ο Προυντόν όταν φώναζε στους κυρίους αυτούς: “Vous n’ etes que des blaguers»; (σ. σ. Δεν είστε παρά φαφλατάδες).


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ