Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (9)


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

9ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Οι μπουργκράφοι του κόμματος της τάξεως δε γελάστηκαν ούτε μια στιγμή για το πόση εμπιστοσύνη άξιζε αυτό το άνοιγμα της καρδιάς του Βοναπάρτη. Από καιρό ήταν χορτάτοι από όρκους, είχαν ανάμεσά τους παλαίμαχους και αριστοτέχνες της πολιτικής επιορκίας και δεν τους ξέφυγε το σημείο του μηνύματος που αφορούσε το στρατό. Είδαν με αγανάκτηση ότι στην σχοινοτενή απαρίθμηση των νόμων που είχαν ψηφιστεί τελευταία, το μήνυμα είχε επίτηδες αποσιωπήσει τον πιο σπουδαίο νόμο, τον εκλογικό νόμο και ότι μάλιστα στην περίπτωση μη αναθεώρησης του συντάγματος, άφηνε στην κρίση του λαού την εκλογή του προέδρου για το 1852. Ο εκλογικός νόμος ήταν το μολυβένιο βαρίδι, που δεμένο στα πόδια του κόμματος της τάξεως, το εμπόδιζε στο βάδισμα και ακόμα περισσότερο, βέβαια, στην εξόρμηση! Ακόμα ο Βοναπάρτης, διαλύοντας επίσημα την εταιρία της 10 του Δεκέμβρη και απολύοντας από τη θέση του τον υπουργό των στρατιωτικών ντ’ Ωπούλ, είχε θυσιάσει τους αποδιοπομπαίους τράγους με το ίδιο του το χέρι πάνω στο βωμό της πατρίδας. Είχε αμβλύνει την αιχμή της αναμενόμενης σύγκρουσης. Τέλος, το ίδιο το κόμμα της τάξεως έψαχνε με αγωνία να αποφύγει, να αδυνατίσει, να πνίξει κάθε αποφασιστική σύγκρουση με την εκτελεστική εξουσία. Από φόβο μήπως χάσει τις κατακτήσεις ενάντια στην επανάσταση, επέτρεπε στους αντιπάλους του να δρέπουν τους καρπούς της. «Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ’ όλα ησυχία». Αυτό φώναζε στην επανάσταση το κόμμα της τάξεως, από το Φλεβάρη (σ. σ. Εννοεί από το Φλεβάρη του 1848) και ύστερα, αυτό φώναζε και το μήνυμα του Βοναπάρτη στο κόμμα της τάξεως. «Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ’ όλα ησυχία». Ο Βοναπάρτης έκανε ενέργειες που αποβλέπανε στο σφετερισμό, μα το κόμμα της τάξεως γινόταν ένοχο «ταραχής», όταν έκανε θόρυβο γι’ αυτές τις ενέργειες και τις σχολίαζε υποχονδριακά. Τα λουκάνικα του Σατορύ δε βγάζαν τσιμουδιά όσο δε μιλούσε κανένας γι’ αυτά. «Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ’ όλα ησυχία». Συνεπώς ο Βοναπάρτης ζητούσε να τον αφήσουν να δρα ήσυχα και το κοινοβουλευτικό κόμμα το παράλυε ένας διπλός φόβος: ο φόβος μήπως προκαλέσει ξανά τις επαναστατικές ταραχές και ο φόβος μήπως φανεί το ίδιο σαν ταραχοποιός στα μάτια της ίδιας της τάξης του, στα μάτια της αστικής τάξης. Και μια που η Γαλλία χρειαζόταν πριν απ’ όλα ησυχία, το κόμμα της τάξεως δεν τολμούσε να απαντήσει με «πόλεμο», αφού ο Βοναπάρτης στο μήνυμά του είχε μιλήσει για «ειρήνη». Και το κοινό, που αυτοκολακευόταν ότι θα παρακολουθούσε σκηνές μεγάλων σκανδάλων κατά την έναρξη της εθνοσυνέλευσης, γελάστηκε σ’ αυτές τις προσδοκίες του. Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης, που απαιτούσαν την κατάθεση των πρακτικών της μόνιμης επιτροπής πάνω στα γεγονότα του Οκτώβρη, καταψηφίστηκαν από την πλειοψηφία. Κατ’ αρχήν, απόφυγαν όλες τις συζητήσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν ερεθισμό. Οι εργασίες της εθνοσυνέλευσης το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη του 1850 ήταν δίχως ενδιαφέρον.

Τέλος, τις τελευταίες ημέρες του Δεκέμβρη, άρχισε ο κλεφτοπόλεμος γύρω από μερικά προνόμια του κοινοβουλίου. Το κίνημα αποτελματωνόταν σε τιποτένιους δικολαβίστικους καυγάδες για τα προνόμια των δυο εξουσιών, από τότε που η αστική τάξη καταργώντας το γενικό εκλογικό δικαίωμα, είχε η ίδια για κάμποσο γλυτώσει από την πάλη των τάξεων.

Είχαν πετύχει να εκδοθεί μια δικαστική απόφαση για χρέη, ενάντια σ’ έναν από τους βουλευτές της εθνοσυνέλευσης, το Μωγκέν. Ύστερα από ερώτημα του προέδρου του δικαστηρίου, ο υπουργός της δικαιοσύνης Ρουέ δήλωσε πώς δίχως άλλες διατυπώσεις έπρεπε να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης ενάντια στον οφειλέτη. Ο Μωγκέν λοιπόν ρίχτηκε στη φυλακή για χρέη. Η εθνοσυνέλευση εξαγριώθηκε όταν έμαθε την προσβολή. Και όχι μόνο διέταξε την άμεση απόλυσή του, μα το ίδιο βράδυ τον έβγαλε με τη βία με το δικαστικό της κλητήρα από τις φυλακές του Κλισύ. Ωστόσο, για να διατρανώσει την πίστη της στην ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας και με την υστερόβουλη σκέψη ν’ ανοίξει, σε περίπτωση ανάγκης, ένα άσυλο για τους ορεινούς που θα γίνονταν ενοχλητικοί, παραδέχτηκε τη φυλάκιση για χρέη των αντιπροσώπων του λαού ύστερα από προηγούμενη άδειά της. Ξέχασε να θεσπίσει ότι και ο πρόεδρος της δημοκρατίας μπορούσε να φυλακιστεί για χρέη. Εκμηδένισε και το τελευταίο ίχνος ασυλίας που περιέβαλλε τα μέλη του σώματός της.

Όπως είπαμε, ο αστυνομικός Υόν, με βάση την κατάθεση προετοίμαζε το φόνο του Ντυπέν και του Σανγκαρνιέ. Σχετικά μ’ αυτό, στην πρώτη κιόλας συνεδρίαση της εθνοσυνέλευσης, οι κοσμήτορες κάνανε την πρόταση να ιδρυθεί μια ειδική κοινοβουλευτική αστυνομία που να πληρώνεται και να είναι εντελώς ανεξάρτητη από το διευθυντή της αστυνομίας. Ο υπουργός των εσωτερικών Μπαρός διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την επέμβαση στη δικαιοδοσία του. Καταλήξανε τότε σ’ ένα άθλιο συμβιβασμό που σύμφωνα μ’ αυτόν ο αστυνομικός επίτροπος της εθνοσυνέλευσης θα μισθοδοτούνταν βέβαια από τον ιδιαίτερο προϋπολογισμό της και θα διοριζόταν ή θα απολυόταν από τους κοσμήτορές της, μα ύστερα από προηγούμενη συνεννόηση με τον υπουργό των εσωτερικών. Στο αναμεταξύ, η κυβέρνηση άρχισε τη δικαστική δίωξη ενάντια στον Αλαί και δε δυσκολεύτηκε να παρουσιάσει τις πληροφορίες του σαν απάτη και να γελοιοποιήσει, με το στόμα του δημόσιου κατήγορου, τον Ντυπέν, το Σανγκαρνιέ, τον Υόν και όλη την εθνοσυνέλευση. Στις 29 του Δεκέμβρη ο υπουργός Μπαρός γράφει ένα γράμμα στο Ντυπέν, ζητώντας την παύση του Υόν. Το γραφείο της εθνοσυνέλευσης αποφασίζει να διατηρήσει τον Υόν στη θέση του, μα η εθνοσυνέλευση, τρομαγμένη από τη βίαιη ενέργειά της στην υπόθεση Μωγκέν και συνηθισμένη, όταν αποτολμούσε ένα χτύπημα ενάντια στην εκτελεστική εξουσία, να δέχεται σε αντάλλαγμα απ’ αυτή δυο χτυπήματα, δεν επικύρωσε αυτή την απόφαση. Απόλυσε τον Υόν για να τον αμείψει για τον υπηρεσιακό του ζήλο και στερήθηκε από ένα κοινοβουλευτικό της προνόμιο που της ήταν απαραίτητο ενάντια σ’ έναν άνθρωπο που δεν αποφασίζει κάτι τη νύχτα για να το εκτελέσει την ημέρα, μα που το αποφασίζει την ημέρα και το εκτελεί τη νύχτα.

Είδαμε πώς η εθνοσυνέλευση που στους μήνες Νοέμβρη και Δεκέμβρη της δόθηκαν μεγάλες χτυπητές ευκαιρίες, απόφυγε ή κατάπνιξε την πάλη με την εκτελεστική εξουσία. Τώρα τη βλέπουμε αναγκασμένη να τη δέχεται με τις πιο τιποτένιες αφορμές. Στην υπόθεση Μωγκέν επικυρώνει κατ’ αρχήν τη φυλάκιση των αντιπροσώπων του λαού για χρέη, μα επιφυλάσσεται να επιτρέψει την εφαρμογή της μονάχα σε αντιπροσώπους που θα της ήταν δυσάρεστοι και γι’ αυτό το ατιμωτικό προνόμιο τσακώνεται με τον υπουργό της δικαιοσύνης. Αντί να χρησιμοποιήσει το δήθεν δολοφονικό σχέδιο για να διατάξει μια έρευνα για την εταιρία της 10 του Δεκέμβρη και να ξεσκεπάσει μπροστά σ’ όλη τη Γαλλία και μπροστά στην Ευρώπη, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, την πραγματική όψη του Βοναπάρτη, σαν αρχηγού του παρισινού κουρελοπρολεταριάτου, περιορίζει αυτή τη σύγκρουση μόνο στο ζήτημα ποιος από τους δυο, αυτή ή ο υπουργός των εσωτερικών, είναι αρμόδιος να διορίζει και να παύει έναν αστυνομικό επίτροπο. Έτσι βλέπουμε σ’ όλη αυτή την περίοδο το κόμμα της τάξεως να αναγκάζεται με τη διφορούμενη στάση του, να θρυματίζει και να εξανεμίζει την πάλη του με την εκτελεστική εξουσία σε μικροπρεπείς καυγάδες για ζητήματα αρμοδιότητας, σε μικροπρεπείς παρενοχλήσεις, στρεψοδικίες και διαπληκτισμούς για τα όρια δικαιοδοσίας και να κάνει περιεχόμενο της δράσης του τα πιο γελοία ζητήματα τύπων. Δεν τολμάει ν’ αρχίσει τη σύγκρουση τη στιγμή που η σύγκρουση έχει σημασία αρχής, όταν η ίδια η εκτελεστική εξουσία έχει πραγματικά εκτεθεί και όταν η υπόθεση της εθνοσυνέλευσης θα ήταν υπόθεση του έθνους. Θα έδινε έτσι στο έθνος ένα πρόσταγμα να βαδίσει και τίποτα δε φοβάται περισσότερο από το να μπει το έθνος σε κίνηση. Γι’ αυτό σε τέτοιες ευκαιρίες απορρίπτει τις προτάσεις των ορεινών και περνάει στην ημερήσια διάταξη. Κι αφού το κόμμα της τάξεως εγκατέλειψε τον αγώνα για το επίμαχο ζήτημα στις μεγάλες του διαστάσεις, η εκτελεστική εξουσία περιμένει ήσυχα τη στιγμή που θα μπορέσει να ξαναπιάσει το ίδιο ζήτημα με τιποτένιες και ασήμαντες αφορμές, όταν, σαν να λέμε, δεν παρουσιάζει παρά ένα κοινοβουλευτικό τοπικό ενδιαφέρον. Τότε ξεσπάει η συγκρατούμενη οργή του κόμματος της τάξεως, τότε τραβάει την αυλαία από τα παρασκήνια, τότε καταγγέλλει τον πρόεδρο, τότε κηρύσσει τη δημοκρατία σε κίνδυνο, μα τότε και το πάθος της φαίνεται ανούσιο και η αφορμή για τον αγώνα σαν υποκριτικό πρόσχημα ή σαν κάτι που γενικά δεν αξίζει για αγώνα. Η κοινοβουλευτική θύελλα μετατρέπεται σε θύελλα μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό, ο αγώνας σε μηχανορραφία, η σύγκρουση σε σκάνδαλο. Και ενώ οι επαναστατικές τάξεις απολαμβάνουν χαιρέκακα την ταπείνωση της εθνοσυνέλευσης, γιατί λαχταρούν τόσο τα κοινοβουλευτικά της προνόμια, όσο λαχταράει η ίδια η εθνοσυνέλευση τις λαϊκές ελευθερίες, η αστική τάξη που είναι έξω από το κοινοβούλιο δε μπορεί να νιώσει ότι η αστική τάξη που βρίσκεται μέσα στο κοινοβούλιο μπορεί να σπαταλάει τον καιρό της σε τέτοιους τιποτένιους τσακωμούς και να εκθέσει την ησυχία με τόσο άθλιους ανταγωνισμούς με τον πρόεδρο. Τα χάνει με μια στρατηγική που κλείνει ειρήνη, τη στιγμή που όλος ο κόσμος περιμένει μάχες και που αρχίζει την επίθεση, τη στιγμή που όλος ο κόσμος πιστεύει πως έκλεισε ειρήνη.

Στις 20 του Δεκέμβρη, ο Πασκάλ Ντυπρά έκανε επερώτηση στον υπουργό των εσωτερικών για το λαχείο των χρυσών ράβδων. Το λαχείο αυτό ήτανε «παιδί των Ηλυσίων». Το είχε φέρει στον κόσμο ο Βοναπάρτης με τους πιστούς του και ο διευθυντής της αστυνομίας Καρλιέ το είχε πάρει κάτω από την επίσημη προστασία του, παρ’ όλο που ο γαλλικός νόμος απαγορεύει όλα τα λαχεία, εκτός από εκείνα που επιδιώκουν φιλανθρωπικούς σκοπούς. Εφτά εκατομμύρια λαχνοί, που ο κάθε ένας στοίχιζε και από ένα φράγκο, και που τα κέρδη του προορίζονταν δήθεν για να μεταφερθούν αλήτες του Παρισιού στην Καλιφόρνια. Από τη μια μεριά τα χρυσά όνειρα θα έδιωχναν τα σοσιαλιστικά όνειρα του παρισινού προλεταριάτου και από την άλλη η ξελογιάστρα ελπίδα του πρώτου λαχνού θα έδιωχνε το δογματικό δικαίωμα στην εργασία. Φυσικά, οι εργάτες του Παρισιού δεν ξαναείδανε κάτω από τη λάμψη των χρυσών ράβδων της Καλιφορνίας τα άσημα φράγκα που τους είχανε πάρει με κατεργαριά από την τσέπη. Στην ουσία, άλλωστε, όλη η υπόθεση ήταν μια καθαρή απάτη. Οι αλήτες που θα βάζανε μπρος τα χρυσωρυχεία της Καλλιφορνίας, δίχως να κοπιάσουν να φύγουν από το Παρίσι, ήταν ο ίδιος ο Βοναπάρτης και η φορτωμένη χρέη στρογγυλή τράπεζά του. Τα τρία εκατομμύρια, που είχε ψηφίσει η εθνοσυνέλευση, είχαν κατασπαταληθεί και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να ξαναγεμίσει το ταμείο. Μάταια ο Βοναπάρτης είχε ανοίξει ένα εθνικό έρανο για την ίδρυση των λεγόμενων εργατουπόλεων, όπου φιγουράριζε πρώτος μ’ ένα σημαντικό ποσό. Οι σκληρόκαρδοι αστοί περιμένανε με δυσπιστία την καταβολή του ποσού της εγγραφής του και επειδή αυτή φυσικά δεν πραγματοποιόταν, σωριάστηκε χάμου η κερδοσκοπία με τους σοσιαλιστικούς ισπανικούς πύργους. Οι ράβδοι χρυσού είχαν μεγαλύτερη επιτυχία. Ο Βοναπάρτης και η συντροφία του δεν αρκέστηκαν να τσεπώσουν ένα μέρος της διαφοράς ανάμεσα στα εφτά εκατομμύρια και στην αξία των ράβδων χρυσού που είχαν μπει σε λαχείο, έφτιαξαν ψεύτικους λαχνούς, έβγαλαν δέκα, δεκαπέντε και είκοσι λαχνούς με τον ίδιο αριθμό – χρηματικές πράξεις που ήταν απόλυτα σύμφωνες με το πνεύμα της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη. Εδώ η εθνοσυνέλευση δεν είχε πια απέναντί της τον εικονικό πρόεδρο της δημοκρατίας, αλλά το Βοναπάρτη με σάρκα και οστά. Εδώ μπορούσε, να τον πιάσει επ’ αυτοφώρω, όχι πια για παράβαση του συντάγματος, αλλά του ποινικού κώδικα. Αν αγνόησε την επερώτηση του Ντυπρά και πέρασε στην ημερήσια διάταξη, αυτό δεν έγινε μονάχα γιατί η πρόταση του Ζιραρντέν να δηλώσει πως θεωρεί τον εαυτό της «ικανοποιημένο» θύμιζε στο κόμμα της τάξεως την ίδια του συστηματική διαφθορά. Ο αστός και πριν απ’ όλα ο αστός που έχει φουσκώσει κι έγινε πολιτικός συμπληρώνει την πρακτική του χυδαιότητα με μια θεωρητική υπεροψία. Σαν πολιτικός γίνεται, όπως και η ίδια η κρατική εξουσία που στέκεται αντίκρυ του, ένα ανώτερο ον που δε μπορεί να καταπολεμηθεί παρά με ανώτερο καθαγιασμένο τρόπο.

Αφού η ίδια η εθνοσυνέλευση με το ίδιο της το χέρι τον βοήθησε να περάσει το ολισθηρό έδαφος των στρατιωτικών συμποσίων, των επιθεωρήσεων, της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη και τέλος του ποινικού κώδικα, ο Βοναπάρτης, που ακριβώς σαν «μποέμ» και σαν πριγκιπικός κουρελοπρολετάριος που ήταν, είχε το πλεονέκτημα απέναντι στον κατεργάρη αστό ότι μπορούσε να παλέψει με πρόστυχο τρόπο, είδε πώς είχε φτάσει πια η στιγμή να περάσει από τη φαινομενική άμυνα στην επίθεση. Λίγο τον στεναχωρούσαν οι μικρές ήττες που είχαν πάθει στο μεταξύ οι υπουργοί της δικαιοσύνης, των στρατιωτικών, των ναυτικών, των οικονομικών και που μ’ αυτές η εθνοσυνέλευση φανέρωνε τη γκρινιάρικη δυσαρέσκειά της. Δεν εμπόδιζε μονάχα τους υπουργούς να παραιτηθούν και να αναγνωρίσουν έτσι την υποταγή της εκτελεστικής εξουσίας στο κοινοβούλιο. Αλλά μπόρεσε τώρα ν’ αποτελειώσει εκείνο που είχε αρχίσει στις διακοπές της εθνοσυνέλευσης δηλ. την απόσπαση της στρατιωτικής εξουσίας από το κοινοβούλιο, την καθαίρεση του Σανγκαρνιέ.

Μια εφημερίδα των Ηλυσίων δημοσίευσε μια ημερήσια διαταγή που είχε δήθεν απευθυνθεί το μήνα Μάη προς την 1η μεραρχία στρατού και συνεπώς προερχόταν από το Σανγκαρνιέ. Σ’ αυτή γινόταν σύσταση στους αξιωματικούς, σε περίπτωση εξέγερσης να φανούν αμείλικτοι στους προδότες που θα παρουσιάζονταν στις γραμμές τους, να τους τουφεκίσουν επί τόπου και σε περίπτωση που η εθνοσυνέλευση θα ήθελε να χρησιμοποιήσει τα στρατεύματα, να της το αρνηθούν. Στις 3 του Γενάρη 1851 η κυβέρνηση επερωτήθηκε γι’ αυτή την ημερήσια διαταγή. Ζητά για να εξετάσει την υπόθεση, πρώτα τρεις μήνες, ύστερα μια βδομάδα και τέλος μονάχα 24 ώρες προθεσμία. Η εθνοσυνέλευση επιμένει να της δοθεί μια άμεση εξήγηση. Ο Σανγκαρνιέ σηκώνεται και δηλώνει ότι ποτέ δεν είχε βγει μια τέτοια ημερήσια διαταγή. Προσθέτει, ότι πάντα θα έσπευδε να συμμορφωθεί με τις διαταγές της εθνοσυνέλευσης και ότι σε περίπτωση σύγκρουσης η εθνοσυνέλευση μπορεί να υπολογίζει σ’ αυτόν. Η συνέλευση υποδέχεται τη δήλωσή του με απερίγραπτα χειροκροτήματα και του εκφράζει την εμπιστοσύνη της. Έτσι η εθνοσυνέλευση παραιτείται, θεσπίζει την ίδια της την αδυναμία και την παντοδυναμία του στρατού, βάζοντας τον εαυτό της κάτω από την ατομική προστασία ενός στρατηγού. Ο στρατηγός όμως γελιέται όταν βάζει στη διάθεση της εθνοσυνέλευσης και ενάντια στο Βοναπάρτη μια εξουσία που του είχε δοθεί σαν φέουδο από τον ίδιο το Βοναπάρτη και όταν, με τη σειρά του, λογάριαζε πώς θα προστατευόταν από το κοινοβούλιο αυτό, δηλαδή από τον ίδιο τον προστατευόμενό του που είχε ανάγκη από προστασία. Μα ο Σανγκαρνιέ πιστεύει στη μυστηριώδικη δύναμη, με την οποία τον είχε προικίσει η αστική τάξη από τις 29 του Γενάρη 1849. Θεωρεί τον εαυτό του σαν την Τρίτη εξουσία που υπάρχει δίπλα στις δυο άλλες κρατικές εξουσίες. Συμμερίζεται την τύχη των άλλων ηρώων ή καλύτερα των αγίων αυτής της εποχής, που το μεγαλείο τους συνίσταται ακριβώς στη μεγάλη ιδέα που δημιουργεί γι’ αυτούς το κόμμα τους από συμφέρον και που ξεπέφτουν σε κοινότατες μορφές μόλις οι περιστάσεις τους καλούν να πραγματοποιήσουν θαύματα. Η απιστία είναι γενικά ο θανάσιμος εχθρός αυτών των δήθεν ηρώων και των πραγματικών αγίων. Από εδώ και η αξιόπρεπα ηθική αγανάκτησή τους ενάντια στους ανενθουσίαστους ευφυολόγους και σκώπτες.

Το ίδιο βράδυ οι υπουργοί κλήθηκαν στα Ηλύσια. Ο Βοναπάρτης επέμεινε στην απόλυση του Σανγκαρνιέ. Πέντε υπουργοί αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Η «Μονιτέρ» προαναγγέλλει μια κυβερνητική κρίση και ο τύπος του κόμματος της τάξεως απειλεί με τη συγκρότηση ενός κοινοβουλευτικού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Σανγκαρνιέ. Το κόμμα της τάξεως είχε το συνταγματικό δικαίωμα να το κάνει αυτό. Δεν είχε παρά να διορίσει το Σανγκαρνιέ πρόεδρο της εθνοσυνέλευσης και να καλέσει για την περιφρούρησή της οποιαδήποτε στρατιωτική δύναμη ήθελε. Μπορούσε να το κάνει αυτό τόσο πιο σίγουρα, όσα ο Σανγκαρνιέ βρισκόταν ακόμη πραγματικά επικεφαλής του στρατού και της παρισινής εθνοφυλακής και καιροφυλακτούσε τη στιγμή που θα τον καλούσαν μαζί με το στρατό. Ο Βοναπαρτικός τύπος δεν τολμούσε ακόμα ούτε καν να αμφισβητήσει το δικαίωμα της εθνοσυνέλευσης να καλεί άμεσα τα στρατεύματα, μια νομική λεπτολογία που κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις δεν υποσχόταν καμιά επιτυχία. Ότι ο στρατός θα υπάκουε στις διαταγές της εθνοσυνέλευσης φαίνεται πιθανό αν σκεφθεί κανείς ότι ο Βοναπάρτης χρειάστηκε οκτώ μέρες να ψάχνει σ’ όλο το Παρίσι για να βρει επιτέλους δυο στρατηγούς, το Μπαραγκαί ντ’ Ιλλιέ και το Σαιν Ζαν ντ’ Ανζελύ, που δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι να προσυπογράψουν την απόλυση του Σανγκαρνιέ. Είναι όμως περισσότερο από αμφίβολο ότι το κόμμα της τάξεως θα μπορούσε να βρει μέσα στις ίδιες του τις γραμμές και στο κοινοβούλιο τον αναγκαίο αριθμό ψήφων για να μπορεί να παρθεί μια τέτοια απόφαση, όταν σκεφθεί κανείς ότι οκτώ μέρες αργότερα, 286 ψήφοι χωρίστηκαν απ’ αυτό και ότι οι ορεινοί απόρριψαν μια παρόμοια πρόταση ακόμα από το Δεκέμβρη του 1851, δηλ. την τελευταία ώρα της απόφασης. Ωστόσο, θα κατόρθωναν ίσως τώρα οι μπουργκράφοι να παρασύρουν ακόμα τη μάζα του κόμματός τους στον ηρωισμό να νιώθουν τον εαυτό τους σίγουροπίσω από ένα δάσος από λόγχες και να δέχονται τις υπηρεσίες ενός στρατού που είχε λιποτακτήσει στο δικό τους στρατόπεδο. Αντί γι’ αυτό οι κύριοι μπουργκράφοι το βράδυ της 6 του Γενάρη πήγανε στα Ηλύσια, για να μεταπείσουν το Βοναπάρτη, με διπλωματικά τερτίπια και επιχειρήματα, από την απόφασή του να αντικαταστήσει το Σανγκαρνιέ. Όταν κανείς προσπαθεί να πείσει κάποιον, σημαίνει πώς τον αναγνωρίζει κύριο της κατάστασης.

Ο Βοναπάρτης, που ασφαλίστηκε με αυτό το διάβημα, διορίζει στις 12 του Γενάρη μια νέα κυβέρνηση στην οποία έμειναν οι αρχηγοί της παλιάς, ο Φουλντ και ο Μπαρός. Ο Σαιν Ζαν ντ’ Ανζελύ έγινε υπουργός των στρατιωτικών, η «Μονιτέρ» δημοσιεύει το διάταγμα της απόλυσης του Σανγκαρνιέ και η διοίκησή του μοιράζεται ανάμεσα στο Μπαραγκαί ντ’ Ιλλιέ, που παίρνει την 1η μεραρχία, και τον Περρό, που παίρνει την εθνοφυλακή. Ο «προμαχώνας της κοινωνίας» απολύθηκε, κι αν γι’ αυτό δεν έπεσε καμιά κεραμίδα από τις σκεπές, όμως οι τιμές του χρηματιστηρίου υψώθηκαν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ