Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (14)


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
14ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)

VII
Η κοινωνική δημοκρατία εμφανίστηκε σαν μια φράση, σαν μια προφητεία στο κατώφλι της επανάστασης του Φλεβάρη. Στις μέρες του Ιούνη 1848 πνίγηκε στο αίμα του παρισινού προλεταριάτου, πλανιέται όμως σαν φάντασμα στις επόμενες πράξεις του δράματος. Η λαοκρατική (σ. σ. Πρόκειται για τον όρο Demokratische Republic) δημοκρατία κάνει την εμφάνισή της. Στις 13 του Ιούνη 1849 εξαφανίστηκε μαζί με τους μικροαστούς που το είχαν σκάσει, όμως πάνω στη φυγή της αφήνει πίσω της διπλά καυχησιάρικες ρεκλάμες. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, μαζί με την αστική τάξη καταλαβαίνει ολόκληρη τη σκηνή, αναπτύσσεται σ’ όλο το πλάτος της ύπαρξής της, μα η 2 του Δεκέμβρη 1851 τη θάβει κάτω από την κραυγή τρόμου των συνασπισμένων βασιλικών: «Ζήτω η δημοκρατία!».

Η γαλλική αστική τάξη ορθώθηκε ενάντια στην κυριαρχία του εργαζόμενου προλεταριάτου. Έφερε στην εξουσία το κουρελοπρολεταριάτο με επικεφαλής τον αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη. Η αστική τάξη κρατούσε τη Γαλλία σε αγωνιώδη φόβο μπρος στις μελλοντικές φρικαλεότητες της ερυθρής αναρχίας. Ο Βοναπάρτης της προεξόφλησε αυτό το μέλλον, όταν στις 4 του Δεκέμβρη έβαλε τον ενθουσιασμένο με ρακί στρατό της τάξεως να κατεβάζει με ντουφεκιές από τα παράθυρά τους τους έγκριτους αστούς της λεωφόρου Μονμάρτρ και της λεωφόρου των ιταλών. Είχε αποθεώσει το σπαθί, τώρα το σπαθί την εξουσιάζει. Είχε εκμηδενίσει τον επαναστατικό τύπο, τώρα έχει εκμηδενιστεί και ο δικός της ο τύπος. Είχε θέσει τις λαϊκές συγκεντρώσεις κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Τώρα και τα σαλόνια της βρίσκονται κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Είχε διαλύσει τη δημοκρατική εθνοφυλακή, τώρα διαλύθηκε και η δική της εθνοφυλακή. Είχε κηρύξει την κατάσταση πολιορκίας, τώρα η κατάσταση πολιορκίας κηρύσσεται ενάντιά της. Είχε αντικαταστήσει τους ενόρκους με στρατιωτικές επιτροπές, τώρα και τους δικούς της ενόρκους τους αντικαθιστούν στρατιωτικές επιτροπές. Είχε υποτάξει τη δημόσια εκπαίδευση στους παπάδες, τώρα οι παπάδες την υποτάσσουν στη δική τους εκπαίδευση. Είχε εξορίσει πολίτες χωρίς δικαστική απόφαση, τώρα εξορίζεται η ίδια χωρίς δικαστική απόφαση. Είχε καταπνίξει με την κρατική δύναμη και την παραμικρή κίνηση της κοινωνίας, τώρα κάθε τέτοια κίνηση της δικής της κοινωνίας καταπνίγεται από την κρατική δύναμη. Από ενθουσιασμό για το πουγκί της, είχε εξεγερθεί ενάντια στους πολιτικούς της και τους γραφιάδες της, τώρα δεν παραμερίστηκαν μονάχα οι πολιτικοί της και οι γραφιάδες της, μα καταληστεύεται και το πουγκί της αφού το στόμα της είναι φιμωμένο και η πένα της σπασμένη. Η αστική τάξη φώναζε ακούραστα στην επανάσταση, όπως ο άγιος Αρσένιος στους χριστιανούς: “Fuge, tace quiesce! Φύγε, σώπα, ησύχασε!” Ο Βοναπάρτης φωνάζει στην αστική τάξη: “Fuge, tace quiesce! Φύγε, σώπα, ησύχασε!”.

H γαλλική αστική τάξη είχε λύσει από καιρό το δίλημμα του Ναπολέοντα: «Μέσα σε πενήντα χρόνια η Ευρώπη θα είναι δημοκρατική ή κοζάκικη». Και το είχε λύσει στην «κοζάκικη δημοκρατία». Δεν ήταν η Κίρκη που με κακά μάγια μεταμόρφωσε σε τέρας το καλλιτέχνημα της αστικής δημοκρατίας. Η δημοκρατία αυτή δεν είχε χάσει τίποτα άλλο παρά την όψη της αξιοπρέπειας. Η σημερινή Γαλλία υπήρχε κιόλας ατόφια μέσα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έφτανε μόνο ένα χτύπημα με τη λόγχη, για να σκάσει η φούσκα και να φανεί το τέρας μπροστά στα μάτια μας.

Γιατί το παρισινό προλεταριάτο δεν ξεσηκώθηκε ύστερα από τις 2 του Δεκέμβρη;

Η ανατροπή της αστικής τάξης μόλις είχε διαταχθεί, το διάταγμα όμως δεν είχε ακόμα εκτελεστεί. Κάθε σοβαρή εξέγερση του προλεταριάτου θα την ξαναζωντάνευε αμέσως, θα τη συμφιλίωνε με το στρατό και θα εξασφάλιζε στους εργάτες μια δεύτερη ήττα του Ιούνη.

Στις 4 του Δεκέμβρη το προλεταριάτο παρακινήθηκε στον αγώνα από τους αστούς και τους μαγαζάτορες. Το βράδυ της ίδιας μέρας πολλές λεγεώνες της εθνοφυλακής υποσχέθηκαν να εμφανιστούν στο πεδίο της μάχης οπλισμένες και με τις στολές τους. Οι αστοί και μαγαζάτορες είχαν πληροφορηθεί ότι ο Βοναπάρτης, με ένα από τα διατάγματά του της 2 του Δεκέμβρη, καταργούσε τη μυστική ψηφοφορία και επέβαλε στους εκλογείς να γράφουν στους επίσημους εκλογικούς καταλόγους δίπλα στο όνομά τους το «ναι» ή το «όχι» τους. Η αντίσταση της 4 του Δεκέμβρη φόβισε το Βοναπάρτη. Τη νύχτα έβαλε να τοιχοκολλήσουν σε όλες τις γωνιές των δρόμων του Παρισιού αγγελίες που γνωστοποιούσαν την επαναφορά της μυστικής ψηφοφορίας. Οι αστοί και οι μαγαζάτορες πίστεψαν πως πέτυχαν το σκοπό τους. Κι εκείνοι που δεν εμφανίστηκαν την άλλη μέρα το πρωί ήταν οι αστοί και οι μαγαζάτορες.

Μ’ ένα πραξικόπημα τη νύχτα της 1ης προς τις 2 του Δεκέμβρη ο Βοναπάρτης στέρησε το παρισινό προλεταριάτο από τους ηγέτες του, τους αρχηγούς των οδοφραγμάτων. Ένας στρατός δίχως αξιωματικούς, που οι αναμνήσεις του Ιούνη του 1848 και του 1849 και του Μάη του 1850 τον έκαναν να αποφύγει τον αγώνα κάτω από τη σημαία των ορεινών, ανάθεσε στην πρωτοπορία του, στις μυστικές εταιρίες, να σώσουν την επαναστατική τιμή του Παρισιού, που η αστική τάξη την παράδωσε δίχως αντίσταση στη φανταρία, έτσι που ο Βοναπάρτης μπόρεσε αργότερα να αφοπλίσει την εθνοφυλακή, χρησιμοποιώντας το χλευαστικό επιχείρημα ότι φοβόταν μήπως οι αναρχικοί στρέψουν τα όπλα τους ενάντια σ’ αυτή την ίδια!

«Είναι ο πλήρης και οριστικός θρίαμβος του σοσιαλισμού!». Έτσι χαρακτήρισε ο Γκιζό τη 2 του Δεκέμβρη. Αν όμως η ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας περιέχει μέσα της σε σπέρμα το θρίαμβο της προλεταριακής επανάστασης, ωστόσο το άμεσο και χειροπιαστό αποτέλεσμά της ήταν η νίκη του Βοναπάρτη πάνω στο κοινοβούλιο, της εκτελεστικής εξουσίας πάνω στη νομοθετική εξουσία, της βίας δίχως λόγια πάνω στη βία των λόγων. Στο κοινοβούλιο το έθνος ανύψωσε τη γενική του θέληση σε νόμο, δηλ. έκανε γενική του θέληση το νόμο της κυρίαρχης τάξης. Μπροστά στην εκτελεστική εξουσία παραιτείται από κάθε δική του θέληση και υποτάσσεται στις διαταγές ενός ξένου, της εξουσίας. Η εκτελεστική εξουσία, αντίθετα από τη νομοθετική εξουσία, εκφράζει την ετερονομία του έθνους σε αντίθεση με την αυτονομία του. Έτσι η Γαλλία φαίνεται πώς ξέφυγε μονάχα από το δεσποτισμό μιας τάξης, για να ξαναπέσει κάτω από το δεσποτισμό ενός ατόμου και μάλιστα κάτω από την εξουσία ενός ατόμου δίχως εξουσία. Ο αγώνας φάνηκε πώς εξομαλύνθηκε με το να γονατίζουν μπροστά στον υποκόπανο όλες οι τάξεις, στον ίδιο βαθμό ανίσχυρες και βουβές.

Η επανάσταση όμως είναι ριζική. Βρίσκεται ακόμα στο πέρασμά της μέσα από το καθαρτήριο πυρ. Εκτελεί μεθοδικά το έργο της. Ως τις 2 του Δεκέμβρη 1851 είχε αποτελειώσει το μισό από το προπαρασκευαστικό της έργο και τώρα αποτελειώνει το άλλο μισό. Ολοκληρώνει πρώτα την κοινοβουλευτική εξουσία για να μπορεί να την ανατρέψει. Και τώρα που το έχει κατορθώσει αυτό, ολοκληρώνει την εκτελεστική εξουσία, την περιορίζει στην πιο καθαρή της έκφραση, την απομονώνει, τη βάζει απέναντί της σαν μοναδικό στόχο για να συγκεντρώσει πάνω της όλες της τις δυνάμεις καταστροφής. Και όταν θα έχει εκτελέσει το δεύτερο μισό, του προπαρασκευαστικού της έργου, η Ευρώπη θα αναπηδήσει από τη θέση της και θα φωνάξει χαρούμενα: καλά έσκαψες, γεροτυφλοπόντικα!

Αυτή η εκτελεστική εξουσία, με την τεράστια γραφειοκρατική και στρατιωτική οργάνωσή της, με τον πλατύ τεχνητό κρατικό της μηχανισμό, με μια στρατιά από μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, πλάι σ’ ένα στρατό από άλλο μισό εκατομμύριο, αυτό το φρικιαστικό παρασιτικό σώμα, που τυλίγεται σαν δίχτυ γύρω στο σώμα της γαλλικής κοινωνίας και φράζει όλους τους πόρους της, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τον καιρό της παρακμής του φεουδαρχικού καθεστώτος, και υποβοήθησε την επίσπευση της παρακμής του. Τα φεουδαρχικά προνόμια των γαιοκτημόνων και των πόλεων μετατράπηκαν σε άλλες τόσες αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας, οι φεουδάρχες τιτλούχοι σε έμμισθους υπαλλήλους και το πολύχρωμο δειγματολόγιο των αντιμαχόμενων μεσαιωνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων έγινε το διαρρυθμισμένο σχέδιο μιας κρατικής εξουσίας, που η εργασία της είναι καταμερισμένη και συγκεντρωμένη σαν σε εργοστάσιο.

Η πρώτη γαλλική επανάσταση, έχοντας καθήκον να συντρίψει όλες τις τοπικές, εδαφικές, δημοτικές και επαρχιακές ανεξάρτητες εξουσίες για να δημιουργήσει την αστική ενότητα του έθνους, ήταν υποχρεωμένη ν’ αναπτύξει εκείνο που είχε αρχίσει η απόλυτη μοναρχία: το συγκεντρωτισμό, ταυτόχρονα όμως την έκταση, τις αρμοδιότητες και τους παραστάτες της κυβερνητικής εξουσίας. Ο Ναπολέων τελειοποίησε αυτό τον κρατικό μηχανισμό. Η νομιμόφρων μοναρχία και η μοναρχία του Ιούλη δεν του προσθέσανε τίποτα εκτός από ένα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας που αναπτυσσόταν στον ίδιο βαθμό που ο καταμερισμός της εργασίας μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούσε καινούργιες ομάδες συμφερόντων και συνεπώς καινούργιο υλικό για την κρατική διοίκηση. Κάθε κοινό συμφέρον χωρίστηκε αμέσως από την κοινωνία και αντιπαρατέθηκε σ’ αυτή σαν ανώτερο γενικό συμφέρον, αποσπάστηκε από την αυτενέργεια των κοινωνικών μελών και έγινε αντικείμενο κυβερνητικής δραστηριότητας από το γεφύρι, το σχολικό κτίριο και την κοινόχρηστη ιδιοκτησία μιας αγροτικής κοινότητας, ίσαμε τους σιδηροδρόμους, τον εθνικό πλούτο και το εθνικό πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Τέλος, η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στην επανάσταση βρέθηκε αναγκασμένη, μαζί με τα καταπιεστικά μέτρα, να ενισχύσει τους πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας. Όλες οι ανατροπές τελειοποιούσαν αυτή τη μηχανή αντί να την τσακίζουν. Τα κόμματα που αγωνίζονταν διαδοχικά για την εξουσία θεωρούσαν την απόκτηση αυτού του απέραντου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη λεία του νικητή.

Μα στο καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας, κατά την πρώτη επανάσταση, και στο καθεστώς του Ναπολέοντα, η γραφειοκρατία ήταν μόνο το μέσο για να προετοιμαστεί η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης. Στο καθεστώς της παλινόρθωσης του Λουδοβίκου Φιλίππου, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ήταν το όργανο της κυρίαρχης τάξης, όσο κι αν επεδίωκε να γίνει αυτεξούσια.

Μονάχα στο καθεστώς του δεύτερου Βοναπάρτη φαίνεται σαν νάχει ολότελα ανεξαρτητοποιηθεί το κράτος. Η κρατική μηχανή έχει τόσο σταθεροποιήσει τη θέση της απέναντι στην αστική κοινωνία, που της φτάνει να έχει επικεφαλής της τον αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη, έναν τυχοδιώκτη που ήρθε από το εξωτερικό, που τον ανακήρυξε αρχηγό μια μεθυσμένη φανταρία την οποία είχε εξαγοράσει με ρακί και λουκάνικα και που είναι υποχρεωμένος συνεχώς να της ρίχνει και από ένα λουκάνικο. Έτσι εξηγείται η μικρόψυχη απελπισία, το συναίσθημα της πιο τρομακτικής ταπείνωσης και του εξευτελισμού, που πιέζει το στήθος της Γαλλίας και της κόβει την ανάσα. Η Γαλλία αισθάνεται τον εαυτό της ατιμασμένο.

Και μολαταύτα η κρατική εξουσία δεν κρέμεται στον αέρα. Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μια τάξη και μάλιστα την πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς.

Όπως οι Βουρβώνοι ήταν η δυναστεία της μεγάλης γαιοκτησίας, όπως ο οίκος της Ορλεάνης ήταν η δυναστεία του χρήματος, έτσι και οι Βοναπάρτες είναι η δυναστεία των αγροτών, δηλ. της μάζας του γαλλικού λαού. Ο εκλεκτός των αγροτών δεν είναι ο Βοναπάρτης που το διέλυσε. Τρία χρόνια οι πόλεις κατόρθωναν να πλαστογραφούν την έννοια των εκλογών της 10 του Δεκέμβρη και να εξαπατούν τους αγρότες στο ζήτημα της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Οι εκλογές της 10 του Δεκέμβρη 1848 ολοκληρώθηκαν μονάχα με το πραξικόπημα της 2 του Δεκέμβρη 1851.

Οι μικροί χωρικοί αποτελούν μια τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από όμοιες συνθήκες, δίχως όμως να έρχονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος της παραγωγής τους, τους απομονώνει τον έναν από τον άλλο, αντί να τους φέρνει σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγαλώνει χάρη στα άσχημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας και στη φτώχεια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει στην καλλιέργειά του κανέναν καταμερισμό της εργασίας, καμιά εφαρμογή της επιστήμης και συνεπώς καμιά ποικιλία ανάπτυξης, καμιά διαφορά ταλέντων, κανένα πλούτο κοινωνικών σχέσεων. Κάθε ξεχωριστή αγροτική οικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης, η ίδια παράγει άμεσα το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσής της και έτσι αποκτά τα μέσα συντήρησής της περισσότερο από την ανταλλαγή με τη φύση, παρά από την επικοινωνία με την κοινωνία. Ο μικρός κλήρος, ο αγρότης και η οικογένεια, δίπλα ένας άλλος μικρός κλήρος, ένας άλλος αγρότης και μια άλλη οικογένεια. Μια χούφτα απ’ αυτές τις μονάδες κάνουν ένα χωριό και μια χούφτα χωριά κάνουν ένα νομό. Έτσι σχηματίζεται η μεγάλη μάζα του γαλλικού έθνους με απλή άθροιση ομώνυμων μεγεθών, το ίδιο περίπου όπως ένα σακί πατάτες κάνει ένα σακί πατάτες. Εφόσον εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από οικονομικές συνθήκες ύπαρξης, που ξεχωρίζουν τον τρόπο της ζωής τους, τα συμφέροντά τους και τη μόρφωσή τους από τον τρόπο της ζωής τα συμφέροντα και τη μόρφωση των άλλων τάξεων και τις αντιπαραθέτουν εχθρικά σ’ αυτές, αποτελούν μια τάξη. Εφόσον όμως ανάμεσα στους μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο μια τοπική συνάφεια και η ομοιότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί καμιά κοινότητα, κανένα εθνικό σύνδεσμο, και καμιά πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Γι’ αυτό είναι ανίκανοι να επιβάλουν εξ ονόματός τους τα ταξικά τους συμφέροντα, είτε με μια βουλή, είτε με μια συμβατική συνέλευση. Δε μπορούν ν’ αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, πρέπει να αντιπροσωπεύονται από άλλους. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να παρουσιάζεται σαν κύριός τους, σαν μια εξουσία πάνω απ’ αυτούς, σαν μια απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τις άλλες τάξεις και τους στέλνει από πάνω τη βροχή και τον ήλιο. Η πολιτική επιρροή των μικρών αγροτών βρίσκει συνεπώς την τελευταία της έκφραση στην υποταγή της ίδιας της κοινωνίας στην εκτελεστική εξουσία.

Η ιστορική παράδοση γέννησε την πίστη των γάλλων αγροτών στο θαύμα ότι ένας άνθρωπος με το όνομα Ναπολέων θα τους ξανάφερνε κάθε μεγαλείο. Και βρέθηκε κάποιο υποκείμενο, που λέει ότι είναι αυτός ο ναπολεόντειος κώδικας ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η αναζήτηση της πατρότητας». Ύστερα από είκοσι χρόνια αλητείας και ύστερα από μια σειρά γελοίες περιπέτειες, πραγματοποιείται ο μύθος και ο άνθρωπος γίνεται αυτοκράτορας των γάλλων. Η έμμονη ιδέα του ανεψιού πραγματοποιήθηκε, γιατί συνέπιπτε με την έμμονη ιδέα της πιο πολυάριθμης τάξης του γαλλικού λαού.

Μα, θα μου αντιτάξει κανείς, και οι εξεγέρσεις των αγροτών στη μισή Γαλλία, το κυνήγι του στρατού ενάντια στους αγρότες, οι μαζικές φυλακίσεις και εξορίες των αγροτών;

Από τον καιρό του Λουδοβίκου XIV η Γαλλία δε γνώρισε παρόμοιο διωγμό των αγροτών «για δημαγωγικές μηχανορραφίες».

Πρέπει όμως να με καταλάβετε καλά. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει τον επαναστάτη αλλά το συντηρητικό αγρότη, δεν αντιπροσωπεύει τον αγρότη που θέλει να σταθεροποιήσει αυτές τις συνθήκες κι αυτό τον κλήρο, δεν αντιπροσωπεύει το λαό της υπαίθρου που ενωμένος με τις πόλεις θέλει να ανατρέψει με τη δική του δραστηριότητα το παλιό καθεστώς, αλλά αντίθετα, το λαό της υπαίθρου που, γερά κλεισμένος σ’ αυτό το παλιό καθεστώς, θέλει να δει τον εαυτό του μαζί με το μικρό κλήρο του να σώζεται και να ευνοείται από το φάντασμα της αυτοκρατορίας. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει το διαφωτισμό, αλλά τη δεισιδαιμονία του αγρότη, δεν αντιπροσωπεύει την κρίση του, αλλά την πρόληψή του, δεν αντιπροσωπεύει το μέλλον του, αλλά το παρελθόν του, δεν αντιπροσωπεύει το μέλλον του, αλλά το παρελθόν του, δεν αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη Σεβέν αλλά τη σύγχρονη Βανδέα του. (σ. σ. Στη Σεβέν, μια ορεινή περιοχή της Γαλλίας, ξέσπασε στις αρχές του 18ου αιώνα μια μεγάλη εξέγερση διαμαρτυρομένων αγροτών (των λεγόμενων Καμιζάρ) κάτω από το σύνθημα: «Όχι πια άλλους φόρους», «Ελευθερία θρησκευτικής πίστης». Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν φεουδαρχικούς πύργους και ενωμένοι σε αντάρτικα τμήματα και κάτω από την προστασία των βουνών συνέχισαν τρία σχεδόν χρόνια τον αγώνα τους. Βανδέα: νομός της Γαλλίας, που ήταν η εστία της αντεπανάστασης τον καιρό της γαλλικής αστικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην πάλη της ενάντια στην επαναστατική Γαλλία η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε την εκεί καθυστερημένη αγροτιά, που ήταν πολύ επηρεασμένη από τον καθολικό κλήρο).

Η τρίχρονη σκληρή κυριαρχία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είχε απελευθερώσει μια μερίδα γάλλους αγρότες από τη ναπολεόντεια αυταπάτη και τους είχε επαναστατοποιήσει, αν και μονάχα επιφανειακά. Κάθε φορά όμως που έμπαιναν σε κίνηση, η αστική τάξη τους απωθούσε με τη βία. Κάτω από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, η σύγχρονη συνείδηση του γάλλου αγρότη πάλευε με την πατροπαράδοτη συνείδησή του. Ο αγώνας αυτός συνεχίστηκε με τη μορφή μιας αδιάκοπης πάλης ανάμεσα στους δασκάλους και τους παπάδες. Η αστική τάξη κατανίκησε τους δασκάλους. Για πρώτη φορά οι αγρότες έκαναν προσπάθειες να κρατήσουν ανεξάρτητη στάση απέναντι στην κυβερνητική δράση. Αυτό εκδηλώθηκε με τις αδιάκοπες συγκρούσεις ανάμεσα στους κοινοτάρχες και τους νομάρχες. Η αστική τάξη έπαυσε τους κοινοτάρχες. Τέλος, στην περίοδο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ξεσηκώθηκαν οι αγρότες και σε διάφορα μέρη ενάντια στο ίδιο τους το γέννημα, το στρατό. Η αστική τάξη τους τιμώρησε με καταστάσεις πολιορκίας και με δημεύσεις των περιουσιών τους. Κι αυτή η ίδια η αστική τάξη φωνάζει τώρα για την ηλιθιότητα των μαζών, του χυδαίου όχλου που την πρόδωσε στο Βοναπάρτη. Αυτή η ίδια στερέωσε με τη βία την πίστη της αγροτικής τάξης στην αυτοκρατορία, η ίδια διατήρησε τις συνθήκες που αποτελούν την κοιτίδα αυτής της αγροτικής θρησκείας. Πάντως η αστική τάξη είναι αναγκασμένη να φοβάται την ηλιθιότητα των μαζών, όσο θα μένουν συντηρητικές, και τη νοημοσύνη των μαζών, μόλις γίνουν επαναστατικές.

Στις εξεγέρσεις ύστερα από το πραξικόπημα, μια μερίδα γάλλοι αγρότες διαμαρτυρήθηκαν με τα όπλα στο χέρι ενάντια στην ίδια τους την ψήφο της 10 του Δεκέμβρη 1848. Το σχολείο που πέρασαν από το 1848 και δώθε τους είχε φρονηματίσει. Μόνο που είχανε τάξει τον εαυτό τους στον υπόκοσμο της ιστορίας. Η ιστορία τους κρατούσε με το λόγο τους και στους πιο κόκκινους νομούς ο αγροτικός κόσμος ψήφισε ανοιχτά το Βοναπάρτη. Νομίζανε πως η εθνοσυνέλευση εμπόδιζε το Βοναπάρτη να βαδίσει μπροστά. Ο Βοναπάρτης είχε τώρα σπάσει τα δεσμά που μ’ αυτά οι πόλεις είχανε δέσει τη θέληση της υπαίθρου. Ακόμα, οι αγρότες σε μερικές περιφέρειες έκαναν την παράλογη σκέψη: μια συμβατική συνέλευση πλάι στο Ναπολέοντα.

Αφού η πρώτη επανάσταση μετέβαλε τους αγρότες από μισοδουλοπάροικους σε ελεύθερους ιδιοκτήτες της γης, ο Ναπολέων στερέωσε και ρύθμισε τις συνθήκες που θα τους επιτρέπανε να εκμεταλλεύονται ανενόχλητα τη γη της Γαλλίας που πριν λίγο είχε περάσει στα χέρια τους και να ικανοποιούν το νεανικό πάθος τους για ιδιοκτησία. Αυτό όμως που προκαλεί τώρα την καταστροφή του γάλλου αγρότη είναι ο ίδιος ο μικρός του κλήρος, ο τεμαχισμός της γης, η μορφή της ιδιοκτησίας που σταθεροποίησε ο Ναπολέων στη Γαλλία. Οι υλικές συνθήκες είναι ακριβώς εκείνες που μετέτρεψαν το φεουδαρχικό αγρότη σε μικρό αγρότη και το Ναπολέοντα σε αυτοκράτορα. Δυο γενιές στάθηκαν αρκετές για να δημιουργήσουν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα: την προοδευτική χειροτέρευση της γεωργίας και την προοδευτική καταχρέωση του γεωργού. Η «ναπολεόντεια» μορφή ιδιοκτησίας, που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η προϋπόθεση για την απελευθέρωση και τον πλουτισμό του γαλλικού αγροτικού πληθυσμού, εξελίχτηκε στη διάρκεια αυτού του αιώνα σε νόμο της υποδούλωσης και της εξαθλίωσής του. Και ακριβώς αυτό το νόμο είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει ο δεύτερος Βοναπάρτης γιατί αποτελεί την πρώτη από τις «ναπολεόντειες ιδέες». Κι αν ακόμη συμμερίζεται μαζί με τους αγρότες την αυταπάτη ότι η αιτία της καταστροφής τους δε βρίσκεται στην ίδια την τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία, αλλά έξω απ’ αυτήν, στην επίδραση περιστατικών δευτερεύουσας σημασίας, οι πειραματισμοί του θα σκάσουν σαν σαπουνόφουσκες όταν έρθουν σε επαφή με τις παραγωγικές σχέσεις.

Η οικονομική εξέλιξη της τεμαχισμένης μικροϊδιοκτησίας ανέτρεψε από τη βάση τους τις σχέσεις των αγροτών προς τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο τεμαχισμός της γης στην ύπαιθρο συμπλήρωνε τον ελεύθερο συναγωνισμό και την απαρχή της μεγάλης βιομηχανίας στις πόλεις. Η αγροτική τάξη ήταν η πανταχού παρούσα διαμαρτυρία ενάντια στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων που μόλις είχε γκρεμιστεί. Οι ρίζες που η τεμαχισμένη αυτή μικροϊδιοκτησία άπλωσε στο γαλλικό έδαφος στέρησαν το φεουδαλισμό από κάθε τροφή. Τα ορόσημά της αποτέλεσαν τα φυσικά οχυρά της αστικής τάξης ενάντια σε κάθε εγχείρημα των παλιών της αφεντικών. Μα στην πορεία του 19ου αιώνα τη θέση του φεουδάρχη την πήρε ο τοκογλύφος των πόλεων, τη θέση των φεουδαρχικών υποχρεώσεων του αγρότη που συνδέονταν με τη γη, την πήρε η υποθήκη, τη θέση της αριστοκρατικής γαιοκτησίας την πήρε το αστικό κεφάλαιο. Ο μικρός κλήρος του αγρότη είναι τώρα μόνο το πρόσχημα που επιτρέπει στον κεφαλαιοκράτη να βγάζει κέρδος, τόκο και πρόσοδο από τη γη, ενώ αφήνει στον ίδιο τον αγρότη να κοιτάξει πώς θα μπορέσει να βγάλει το μεροκάματό του. Το υποθηκικό χρέος, που βαραίνει τη γαλλική γη, υποχρεώνει την αγροτιά της Γαλλίας να πληρώνει έναν τόκο ίσο με τον ετήσιο τόκο όλου του αγγλικού δημόσιου χρέους. Η τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία, με την υποδούλωσή της στο κεφάλαιο – και στην υποδούλωση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα όλη η εξέλιξή της – μετάτρεψε τη μάζα του γαλλικού έθνους σε τρωγλοδύτες. Δεκάξι εκατομμύρια αγρότες (υπολογίζονται μαζί οι γυναίκες και τα παιδιά) ζουν σε τρώγλες που ένα μεγάλο μέρος έχουν μονάχα ένα άνοιγμα, ένα άλλο έχει δυο και οι πιο προνομιούχες τρία ανοίγματα. Τα παράθυρα όμως είναι για ένα σπίτι ότι είναι οι πέντε αισθήσεις για το κεφάλι. Το Το αστικό καθεστώς που στις αρχές του αιώνα έβαλε το κράτος φρουρό του νεοσυστημένου μικρού κλήρου και που τον λίπανε με δάφνες, έγινε τώρα ένας βρυκόλακες που ρουφάει το αίμα του και το μεδούλι του και τον πετάει στην αλχημιστική χύτρα του κεφαλαίου. Ο κώδικας του Ναπολέοντα δεν είναι πια παρά ο κώδικας της δήμευσης, της εκποίησης και του αναγκαστικού πληστηριασμού. Στα τέσσερα εκατομμύρια (μαζί με τα παιδιά τους κλπ.), τους επίσημα άπορους αλήτες, εγκληματίες και πόρνες, που αριθμεί η Γαλλία, πρέπει να προστεθούν πέντε εκατομμύρια που κρέμονται στο χείλος του γκρεμνού και είτε ζουν στην ύπαιθρο είτε μαζί με τα κουρέλια τους και με τα παιδιά τους φεύγουν συνεχώς από την ύπαιθρο στις πόλεις και από τις πόλεις στην ύπαιθρο. Έτσι, τα συμφέροντα των αγροτών δε βρίσκονται πια, όπως τον καιρό του Ναπολέοντα, σε αρμονία, αλλά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κεφάλαιο. Συνεπώς, οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμαχο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος. Μα η ισχυρή και με απεριόριστα δικαιώματα κυβέρνηση – και αυτή είναι η δεύτερη «ναπολεόντεια ιδέα» που ο δεύτερος Ναπολέοντας πρέπει να εφαρμόσει – καλείται να υπερασπίσει με τη βία αυτή την «υλική» τάξη. Κι αυτή η «υλική τάξη» χρησιμεύει σαν σύνθημα σε όλες τις διακηρύξεις του Βοναπάρτη ενάντια στους εξεγερμένους αγρότες.

Δίπλα στην υποθήκη που επιβάλλει στο μικρό κλήρο το κεφάλαιο, τον μικρό κλήρο τον βαραίνουν ακόμα και οι φόροι. Οι φόροι είναι η πηγή της ζωής της γραφειοκρατίας, του στρατού, των παπάδων και της αυλής, με μια λέξη όλου του μηχανισμού της εκτελεστικής εξουσίας. Η ισχυρή κυβέρνηση και οι βαριοί φόροι είναι ταυτόσημα. Από την ίδια τη φύση της, η τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία είναι κατάλληλη για να αποτελέσει τη βάση μιας παντοδύναμης και αναρίθμητης γραφειοκρατίας. Δημιουργεί σ’ όλη την έκταση της χώρας ένα ομοιόμορφο επίπεδο σχέσεων και προσώπων. Συνεπώς επιτρέπει επίσης την ομοιόμορφη δράση από ένα ανώτατο κέντρο προς όλα τα σημεία αυτής της ομοιόμορφης μάζας. Εκμηδενίζει τις ενδιάμεσες αριστοκρατικές βαθμίδες ανάμεσα στη μάζα του λαού και στην κρατική εξουσία. Απ’ όλες τις μεριές λοιπόν, προκαλεί την άμεση επέμβαση αυτής της κρατικής εξουσίας και την παρέμβαση των άμεσων οργάνων της. Τέλος, δημιουργεί έναν άνεργο υπερπληθυσμό, που δε βρίσκει θέση ούτε στην ύπαιθρο ούτε στις πόλεις και συνεπώς αναζητεί τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις σαν ένα είδος τιμητικής ελεημοσύνης και προκαλεί τη δημιουργία δημόσιων θέσεων. Με τις νέες αγορές που άνοιξε με τις λόγχες και με τη λεηλασία της ηπείρου, ο Ναπολέων επέστρεψε με τόκο τους αναγκαστικούς φόρους. Οι φόροι αυτοί ήταν ένα κεντρί για τη βιοτεχνία του αγρότη, ενώ τώρα της ληστεύουν και τις τελευταίες της πηγές και ολοκληρώνουν την αδυναμία της ν’ αντισταθεί στην εξαθλίωση. Και μια τεράστια γραφειοκρατία, καλοντυμένη, και καλοθρεμένη, είναι η «ναπολεόντεια ιδέα» που άρεσε περισσότερο από όλες στο δεύτερο Βοναπάρτη. Και πώς να μην του αρέσει, αφού είναι αναγκασμένος, δίπλα στις πραγματικές τάξεις της κοινωνίας, να δημιουργήσει μια τεχνητή κάστα, για την οποία η διατήρηση του καθεστώτος του είναι ζήτημα καθημερινού ψωμιού; Γι’ αυτό μια από τις πρώτες οικονομικές πράξεις του ήταν να ανεβάσει πάλι τις αποδοχές των υπαλλήλων στο παλιό τους επίπεδο και να δημιουργήσει καινούργιες αργομισθίες.

Μια άλλη «ναπολεόντεια ιδέα» είναι η κυριαρχία των παπάδων σαν ένα μέσο διακυβέρνησης. Αν όμως ο νεοδημιουργημένος μικρός κλήρος, στην αρμονία του με την κοινωνία, στην εξάρτησή του από τις φυσικές δυνάμεις και την υποταγή του στην εξουσία που τον προστατεύει από τα πάνω ήταν φυσικά θρήσκος, ο μικρός κλήρος που έχει τσακιστεί από τα χρέη, που βρίσκεται σε διάσταση με την κοινωνία και την εξουσία, και που βγαίνει πέρα από την ίδια τη στενότητά του, γίνεται φυσικά άθρησκος. Ο ουρανός ήταν ένα όμορφο συμπλήρωμα στην πριν από λίγο κερδισμένη στενή λωρίδα γης, τόσο μάλιστα περισσότερο που απ’ αυτόν εξαρτιέται τι καιρό θα κάνει, γίνεται όμως βρισιά μόλις θελήσουν να τον επιβάλουν σαν υποκατάστατο του μικρού κλήρου. Ο παπάς παρουσιάζεται τότε μόνο σαν το μυρωμένο λαγωνικό της επίγειας αστυνομίας – που κι αυτή είναι μια άλλη «ναπολεόντεια ιδέα». Την ερχόμενη φορά, η εκστρατεία ενάντια στη Ρώμη θα γίνει μέσα στην ίδια τη Γαλλία, μα με εντελώς αντίθετη έννοια από κείνη του κ. ντε Μονταλαμπέρ.

Τέλος, το αποκορύφωμα των «ναπολεόντειων ιδεών» είναι η υπεροχή του στρατού. Ο στρατός ήταν υπόθεση τιμής των μικρών αγροτών, ήταν οι ίδιοι τους μεταμορφωμένοι σε ήρωες, ήταν αυτοί που υπεράσπιζαν την καινούργια ιδιοκτησία τους από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτοί που δόξαζαν τη νεοαποκτημένη εθνική τους ενότητα, που λεηλατούσαν κι επαναστατοποιούσαν τον κόσμο. Η στολή ήταν η δική τους κρατική φορεσιά, ο πόλεμος ήταν η ποίησή τους, ο μικρός κλήρος που στη φαντασία τους μεγάλωνε και στρογγύλευε ήταν η πατρίδα τους, και ο πατριωτισμός ήταν η ιδανική μορφή του αισθήματος της ιδιοκτησίας. Οι εχθροί όμως που ενάντιά τους ο γάλλος αγρότης έχει να υπερασπίσει την ιδιοκτησία του σήμερα, δεν είναι πια οι κοζάκοι, μα οι δικαστικοί κλητήρες και οι φοροεισπράκτορες. Ο μικρός κλήρος δε βρίσκεται πια σ’ αυτό που λέγεται πατρίδα, αλλά στο βιβλίο υποθηκών. Ο ίδιος ο στρατός δεν είναι πια το άνθος της αγροτικής νεολαίας, είναι το βαλτολούλουδο του αγροτικού κουρελοπρολεταριάτου. Αποτελείται σε μεγάλο μέρος από αντικαταστάτες, από υποκατάστατα, ακριβώς όπως και ο δεύτερος Βοναπάρτης δεν είναι παρά ένας αντικαταστάτης, το υποκατάστατο του Ναπολέοντα. Τα ηρωικά κατορθώματά του τα εκπληρώνει τώρα με το άγριο κυνήγημα των αγροτών, με την εξάσκηση των καθηκόντων του χωροφύλακα και όταν οι εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματός του κυνηγούσαν τον αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη έξω από τα γαλλικά σύνορα, ο στρατός του ύστερα από μερικές ληστρικές πράξεις, δε θα δρέψει δάφνες, αλλά ξυλιές.

Βλέπουμε ότι όλες οι «ναπολεόντειες ιδέες» είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητάς του, για το μικρό όμως κλήρο που έχει ζήσει τη ζωή του οι ιδέες αυτές είναι ένας παραλογισμός. Είναι οι παραισθήσεις της θανάσιμης αγωνίας του, λέξεις που μετατρέπονται σε φράσεις, πνεύματα που γίνονται φαντάσματα. Η παρωδία όμως της αυτοκρατορίας ήταν αναγκαία για να απαλλάξει τη μάζα του γαλλικού έθνους από το βάρος της παράδοσης και για να προβάλει σε καθαρή μορφή την αντίθεση ανάμεσα στην κρατική δύναμη και στην κοινωνία. Μαζί με την προοδευτική συντριβή της τεμαχισμένης μικροϊδιοκτησίας, καταρρέει κι ολόκληρο το θεμελιωμένο πάνω της κρατικό οικοδόμημα. Ο κρατικός συγκεντρωτισμός που χρειάζεται η σύγχρονη κοινωνία υψώνεται μονάχα πάνω στα ερείπια του στρατιωτικού γραφειοκρατικού κυβερνητικού μηχανισμού, που είχε σφυρηλατηθεί σε αντίθεση με τη φεουδαρχία. (σ. σ. Στην έκδοση του 1852 η παράγραφος αυτή τελειώνει με τις παρακάτω γραμμές που τις παρέλειψε ο Μαρξ στην έκδοση του 1869: «Η συντριβή της κρατικής μηχανής δε θα βάλει σε κίνδυνο το συγκεντρωτισμό. Η γραφειοκρατία είναι μόνο η κατώτερη και βάναυση μορφή ενός συγκεντρωτισμού που βαρύνεται ακόμα με την αντίθεσή της, με το φεουδαλισμό. Μαζί με την απογοήτευσή του από τη ναπολεόντεια παλινόρθωση ο γάλλος χωρικός χάνει την πίστη στο μικρό κλήρο του, καταρρέει ολόκληρο το κρατικό οικοδόμημα που είναι ανοικοδομημένο πάνω σ’ αυτό το μικρό κλήρο και η προλεταριακή επανάσταση αποκτά τη χορωδία που χωρίς η μονωδία της μετατρέπεται σε κύκνειο άσμα σ’ όλα τα αγροτικά έθνη».

Η κατάσταη του γάλλου αγρότη μας λύνει το αίνιγμα των γενικών εκλογών της 20 και 21 του Δεκέμβρη, που οδήγησαν το δεύτερο Βοναπάρτη στο όρος Σινά όχι για να πάρει, αλλά για να υπαγορεύσει νόμους.

Ήταν ολοφάνερο ότι η αστική τάξη δεν είχε τώρα άλλη εκλογή από το να εκλέξει το Βοναπάρτη. Όταν στη σύνοδο της Κωνσταντίνας οι πουριτανοί παραπονέθηκαν για την ακόλαστη ζωή των παπών και θρηνολογούσανε για την ανάγκη μιας αναμόρφωσης των ηθών, ο καρδινάλιος Πιερ ντ’ Αίγύ τους φώναξε: «Μονάχα ο ίδιος ο διάβολος μπορεί τώρα να σώσει την καθολική εκκλησία και σεις ζητάτε αγγέλους!». Το ίδιο και η γαλλική αστική τάξη φώναζε ύστερα από το πραξικόπημα: «Μονάχα ο αρχηγός της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη μπορεί να σώσει τώρα την αστική κοινωνία! Μονάχα η κλεψιά μπορεί να σώσει τώρα την ιδιοκτησία, η επιορκία τη θρησκεία, τα νόθα την οικογένεια, η αταξία την τάξη!».

Ο Βοναπάρτης, σαν δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας που έγινε ανεξάρτητη, νιώθει σαν αποστολή του να εξασφαλίσει το «αστικό καθεστώς». Η δύναμη αυτού του αστικού καθεστώτος είναι η μεσαία τάξη. Γι’ αυτό το λόγο ο Βοναπάρτης παρουσιάζεται σαν εκπρόσωπος της μεσαίας αυτής τάξης και εκδίδει διατάγματα μ’ αυτό το πνεύμα. Ωστόσο. Ο ίδιος έχει κάποια αξία μόνο και μόνο γιατί σύντριψε και συντρίβει καθημερινά την πολιτική δύναμη αυτής της μεσαίας τάξης. Γι’ αυτό θεωρεί τον εαυτό του αντίπαλο της πολιτικής και φιλολογικής δύναμης της μεσαίας τάξης. Προστατεύοντας όμως την υλική της δύναμη, αναπαράγει την πολιτική της δύναμη. Γι’ αυτό το λόγο είναι υποχρεωμένος να διατηρεί στη ζωή την αιτία, και να εξαφανίζει το αποτέλεσμα παντού όπου παρουσιάζεται. Αυτό όμως δε μπορεί να γίνει δίχως μικρομπερδέματα της αιτίας με το αποτέλεσμα, αφού στην αλληλεπίδρασή τους χάνουν και τα δυο τα διακριτικά γνωρίσματά τους. Εκδίδουν λοιπόν νέα διατάγματα που σβήνουν την οροθετική γραμμή ανάμεσά τους. Ταυτόχρονα ο Βοναπάρτης θεωρεί τον εαυτό του εκπρόσωπο των αγροτών και γενικά του λαού που θέλει να κάνει ευτυχισμένες τις κατώτερες λαϊκές τάξεις μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας ενάντια στην αστική τάξη. Εκδίδουν λοιπόν νέα διατάγματα, που υπεξαιρούν εκ των προτέρων από τους «αληθινούς σοσιαλιστές» την κυβερνητική τους σοφία. Ο Βοναπάρτης όμως θεωρεί τον εαυτό του πριν απ’ όλα αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη, εκπρόσωπο του κουρελοπρολεταριάτου στο οποίο ανήκουν ο ίδιος, το περιβάλλον του, η κυβέρνησή του και ο στρατός του και ενδιαφέρεται πριν απ’ όλα να ευεργετήσει τον εαυτό του να τραβά από το δημόσιο ταμείο τα γραμμάτια του λαχείου της Καλιφορνίας. Και επιβεβαιώνει τη θέση του σαν αρχηγού της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη με διατάγματα, δίχως διατάγματα και παρά τα διατάγματα.

Αυτό το αντιφατικό καθήκον του ανθρώπου εξηγεί τις αντιφάσεις της κυβέρνησής του, τα συγκεχυμένα ψηλαφήματα εδώ και εκεί που μ’ αυτά προσπαθεί άλλοτε να κερδίσει και άλλοτε να ταπεινώσει αυτή ή εκείνη την τάξη και που τις ξεσηκώνει όλες μαζί εναντίον του, του ανθρώπου που η πρακτική του αβεβαιότητα αποτελεί μια εξαιρετικά κωμική αντίθεση με το επιτακτικό, κατηγορηματικό ύφος των κυβερνητικών πράξεων, ένα ύφος που το αντιγράφει πιστά από το θείο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ