ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΟΥΛΙΑΟ ΜΑΟΥ-ΤΕΜΠΟ...


... είμαι γέννημα του Αλεντέζου κι ήρθα να δουλέψω στη Μάρφα εξαιτίας της μεγάλης πείνας που υποφέρει η επαρχία μου, δεν ξέρω πως ζει ο υπόλοιπος κόσμος, αν δεν είχαμε συνηθίσει να τρώμε χόρτα και βελανίδια, είμαι σίγουρος πως θα είχαμε πεθάνει όλοι, πονάει η ψυχή σου να βλέπεις έναν τόσο μεγάλο τόπο, μόνο όποιος πέρασε από κει το ξέρει, και να'ναι χερσότοπος, λίγη είναι η γη με σπαρτά και παραγωγή, τα υπόλοιπα είναι δάσος και ερημιά, κι είμαστε πεδίο πολέμων, οι Ισπανοί μπαινοβγαίνουν σαν να'ναι στο κυνήγι, τώρα έχουν αφήσει την ειρήνη στην ησυχία της, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, όμως οι βασιλιάδες και οι ευγενείς, όταν δεν βάζουν εμάς να τρέχουμε και δεν μας σκοτώνουν, βάζουν το θήραμα να τρέξει και το σκοτώνουν, γι'αυτό, αλίμονο στο φτωχό που θα βρεθεί με κουνέλι μέσα στο σάκο του, ακόμα κι αν τι βρει πεθαμένο από αρρώστια ή γηρατειά, το λιγότερο που θα του συμβεί είναι να τον μαστιγώσουν μια ντουζίνα φορές στην πλάτη, για να μάθει πως ο Θεός έφτιαξε τα κουνέλια για την ευχαρίστηση και την κατσαρόλα των κυρίων, κι αν μας άφηναν το κυνήγι, χαλάλι το μαστίγωμα, κι ο λόγος που ήρθα στη Μάρφα είναι γιατί ο βικάριος της ενορίας μου κήρυξε στις εκκλησίες πως όποιος έρθει γίνεται υπηρέτης του βασιλιά, όχι ακριβώς υπηρέτης, σχεδόν όμως, και πως οι υπηρέτες του βασιλιά, έτσι έλεγε, δεν περνάνε πείνα και στέρηση και πως έχουν κάτι να ρίξουν απάνω τους, καλύτερα κι απ' τον παράδεισο, γιατί σίγουρα ο Αδάμ, που δεν είχε ανταγωνισμό στο σιτηρέσιο, έτρωγε κατά γούστο και όρεξη του, στα ρούχα όμως ήταν πίσω, και τελικά μου βγήκαν όλα ψεύτικα, αυτά για τον παράδεισο εννοώ, γιατί, αν δεν πεθαίνω στην πείνα, είναι επειδή ξοδεύω όσα βγάζω, με τα σκισμένα είμαι όπως πριν, κι όσο για υπηρέτης του βασιλιά, ελπίζω ακόμα να μην πεθάνω προτού δω το πρόσωπο του αφέντη μου, εκτός αν πεθάνω απ' την αγωνία που είμαι τόσο καιρό μακριά απ' την οικογένεια μου, ένας άντρας όταν έχει παιδιά, τρέφεται επίσης βλέποντας το πρόσωπο τους, μακάρι να τρέφονταν κι αυτά βλέποντας το πρόσωπο μας, αυτό είναι το πεπρωμένο, να τελειώνει η ζωή και να κοιταζόμαστε μεταξύ μας, ποιος είσαι εσύ, τι ήρθες να κάνεις εδώ, ποιος είμαι και τι κάνω, το ρώτησα κι εγώ κι απόκριση δεν πήρα, όχι, κανένα απ'τα παιδιά μου δεν έχει γαλάζια μάτια, είμαι όμως σίγουρος πως είναι παιδιά μου, αυτό με τα γαλάζια μάτια είναι κάτι που εμφανίζεται πότε πότε στις οικογένειες, και η μάνα της μάνας μου τέτοιο χρώμα είχε.

Ζοζέ Σαραμάγκου - Χρονικό του Μοναστηριού

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ