Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (5)

Τη 18η Μπρυμαίρ του 8ου έτους της επανάστασης, ο Ναπολέων Βοναπάρτης ανακηρύσσεται ύπατος
5ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Στις 13 του Ιούνη το κόμμα της τάξεως δεν τσάκισε μόνο τους ορεινούς, είχε ακόμα κατορθώσει να υποτάξει το σύνταγμα στις αποφάσεις της πλειοψηφίας της εθνοσυνέλευσης. Και τη δημοκρατία την καταλάβαινε έτσι: ότι στη δημοκρατία η αστική τάξη κυριαρχεί με κοινοβουλευτικές μορφές, χωρίς να περιορίζεται αυτή η κυριαρχία, όπως στη μοναρχία, από την αρνησικυρία της εκτελεστικής εξουσίας ή από το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Αυτή ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως την αποκαλούσε ο Θιέρσος. Αν όμως η αστική τάξη εξασφάλισε στις 13 του Ιούνη την παντοδυναμία της μέσα στο κτίριο του κοινοβουλίου, μήπως δεν έφερε το ίδιο το κοινοβούλιο σε κατάσταση αγιάτρευτης αδυναμίας απέναντι στην εκτελεστική εξουσία και το λαό, διώχνοντας απ’ αυτό τη λαϊκότερη μερίδα του; Παραδίνοντας χωρίς άλλες διατυπώσεις πολυάριθμους βουλευτές στα δικαστήρια, καταργούσε την ίδια την κοινοβουλευτική της ασυλία. Ο ταπεινωτικός κανονισμός στον οποίο υπέβαλε τους ορεινούς, εξύψωσε τον πρόεδρο της δημοκρατίας στον ίδιο βαθμό που υποβίβαζε τον κάθε έναν ξεχωριστά αντιπρόσωπο του λαού. Στιγματίζοντας την εξέγερση για την προστασία του συντάγματος, σαν αναρχική πράξη που είχε για σκοπό την ανατροπή της κοινωνίας, απαγόρευσε στον ίδιο τον εαυτό της την προσφυγή στην εξέγερση, όταν η εκτελεστική εξουσία θα παραβίαζε σε βάρος της το σύνταγμα. Και η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε, το κόμμα της τάξεως να προτείνει ικετευτικά, αλλά μάταια στο λαό σαν στρατηγό υπερασπιστή του συντάγματος ενάντια στο Βοναπάρτη, τον Ουντινό, το στρατηγό που με διαταγή του Βοναπάρτη είχε βομβαρδίσει τη Ρώμη και έδωσε έτσι την άμεση αφορμή για τη συνταγματική εξέγερση της 13 του Ιούνη. Ένας άλλος ήρωας της 13 του Ιούνη, ο Βιευρά, που εξυμνήθηκε από το βήμα της εθνοσυνέλευσης για τις χτηνωδίες που είχε διαπράξει στα γραφεία των δημοκρατικών εφημερίδων επικεφαλής ενός μπουλουκιού από εθνοφύλακες – όργανα; Της αριστοκρατίας του χρήματος, αυτός ο ίδιος ο Βιευρά μυήθηκε στη συνωμοσία του Βοναπάρτη και συντέλεσε σημαντικά στο να στερηθεί η εθνοσυνέλευση, στην τελευταία της ώρα, από κάθε προστασία της εθνοφυλακής. Η 13 του Ιούνη είχε ακόμη και μια άλλη σημασία. Οι ορεινοί είχαν προσπαθήσει να καθίσουν το Βοναπάρτη στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Η ήττα τους συνεπώς, ήταν μια άμεση νίκη του Βοναπάρτη, ο προσωπικός του θρίαμβος ενάντια στους δημοκράτες εχθρούς του. Το κόμμα της τάξεως κέρδισε τη νίκη. Ο Βοναπάρτης δεν είχε παρά να την εισπράξει. Και το έκανε. Στις 14 του Ιούνη διάβαζε κανείς στους τοίχους του Παρισιού μια προκήρυξη όπου ο πρόεδρος, δήθεν απρόθυμα και δίχως τη θέλησή του, εξαναγκασμένος από τη δύναμη των γεγονότων και μόνο , προβάλλει από την καλογερίστικη απομόνωσή του και σαν παραγνωρισμένη αρετή, παραπονιέται για τις συκοφαντίες των αντιπάλων του και ενώ φαινόταν πως συνταυτίζει το πρόσωπό του με την υπόθεση της τάξεως, συνταύτιζε μάλλον την υπόθεση της τάξεως με το πρόσωπό του. Είναι ακόμα αλήθεια, ότι η εθνοσυνέλευση είχε εγκρίνει εκ των υστέρων την εκστρατεία ενάντια στη Ρώμη, όμως ο Βοναπάρτης είχε πάρει την πρωτοβουλία γι αυτή. Αφού είχε εγκαταστήσει ξανά στο Βατικανό τον αρχιερέα Σαμουήλ, μπορούσε να ελπίζει ότι θα μπει στον Κεραμεικό σαν άλλος βασιλιάς Δαβίδ. Είχε κερδίσει με το μέρος του τους παπάδες. Η εξέγερση της 13 του Ιούνη περιορίστηκε, όπως είδαμε, σε μια ειρηνική πομπή στους δρόμους. Δε μπορούσε λοιπόν ενάντια σ αυτή την πομπή να κερδηθούν πολεμικές δάφνες. Παρ όλα αυτά, σ αυτή την περίοδο την τόσο φτωχή σε ήρωες και σε γεγονότα, το κόμμα της τάξεως μετάτρεψε αυτή την αναίμακτη μάχη σ ένα δεύτερο Αούστερλιτε. Το βήμα και ο Τύπος εξυμνούσαν το στρατό σαν τη δύναμη της τάξεως απέναντι στις λαϊκές μάζες που αντιπροσώπευαν την αδυναμία της αναρχίας και εγκωμίαζαν το Σανγκαρνιέ σαν τον «προμαχώνα της κοινωνίας» Μια απάτη, που στο τέλος την πίστεψε κι ο ίδιος. Στο μεταξύ όμως απομακρύνθηκαν στα κρυφά από το Παρίσι τα στρατεύματα που ήταν αμφίβολα, τα συντάγματα που στις εκλογές είχαν ψηφίσει πιο δημοκρατικά από τα’ άλλα εξορίστηκαν από τη Γαλλία στο Αλγέρι, οι θερμοκέφαλοι ανάμεσα στα στρατεύματα παραπέμφθηκαν στις πειθαρχικές διμοιρίες και τελικά απόκλεισαν συστηματικά τον τύπο από το στρατώνα και το στρατώνα από την αστική κοινωνία.


Φτάσαμε τώρα στην αποφασιστική στροφή της ιστορίας της γαλλικής εθνοφυλακής. Στα 1830 η επέμβασή της έκρινε την ανατροπή της παλινόρθωσης. Τον καιρό του Λουδοβίκου Φιλίππου αποτύχαινε κάθε εξέγερση στην οποία η εθνοφυλακή πήγαινε μαζί με το στρατό. Όταν στις μέρες του Φλεβάρη 1848 κράτησε παθητική στάση απέναντι στην εξέγερση και αμφιταλαντευόμενη απέναντι στο Λουδοβίκο Φίλιππο, αυτός θεώρησε τον εαυτό του χαμένο και πραγματικά ήταν χαμένος. Έτσι ρίζωσε η πεποίθηση ότι η επανάσταση δε μπορούσε να νικήσει χωρίς την εθνοφυλακή, ούτε ο στρατός να νικήσει έχοντας την εθνοφυλακή εναντίον του. Αυτή ήταν η πρόληψη του στρατού για την αστική παντοδυναμία. Οι μέρες του Ιούνη 1848, που στη διάρκειά τους ολόκληρη η εθνοφυλακή σύντριψε την εξέγερση με τη βοήθεια του τακτικού στρατού, είχανε στερεώσει αυτή την πρόληψη. Ύστερα από την άνοδο του Βοναπάρτη στην εξουσία η θέση της εθνοφυλακής ξέπεσε κάπως εξαιτίας της αντισυνταγματικής συνένωσης στο πρόσωπο του Σανγκαρνιέ, της δικής της διοίκησης με τη διοίκηση της 1ης μεραρχίας του στρατού.


Ακριβώς όπως η διοίκηση της εθνοφυλακής παρουσιαζόταν τώρα σαν μια αρμοδιότητα του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή, έτσι και η ίδια η εθνοφυλακή απλώς φαινόταν σαν ένα εξάρτημα του τακτικού στρατού. Τέλος, στις 13 του Ιούνη η δύναμή της τσακίστηκε και όχι μόνο με τη μερική διάλυσή της που από την εποχή εκείνη επαναλήφθηκε περιοδικά σε όλη τη Γαλλία και δεν άφησε πίσω της παρά μονάχα συντρίμμια. Η διαδήλωση της 13 του Ιούνη ήτανε πριν απ’ όλα, μια διαδήλωση των δημοκρατικών εθνοφυλάκων. Είναι αλήθεια πως δεν είχαν αντιτάξει στο στρατό τα όπλα τους, μα τη στολή τους. Μα ακριβώς σ’ αυτή τη στολή βρισκόταν το φυλαχτό. Ο στρατός πείσθηκε τότε πως αυτή η στολή ήταν ένα μάλλινο κουρέλι, όμοιο με κάθε άλλο. Η γοητεία εξαφανίστηκε. Στις μέρες του Ιούνη του 1848 η αστική τάξη και η μικροαστική τάξη, σαν εθνοφυλακή, είχαν συνενωθεί με το στρατό ενάντια στο προλεταριάτο. Στις 13 του Ιούνη 1849 η αστική τάξη διέλυσε τη μικροαστική εθνοφυλακή με το στρατό. Στις 2 του Δεκέμβρη 1851 είχε εξαφανιστεί η ίδια η εθνοφυλακή της αστικής τάξης και ο Βοναπάρτης δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να διαπιστώσει αυτό το γεγονός, όταν κατοπινά υπόγραψε το διάταγμα της διάλυσής της. Έτσι η αστική τάξη έσπασε μονάχη της το τελευταίο της όπλο που διέθετε ενάντια στο στρατό, υποχρεώθηκε όμως να το σπάσει από τη στιγμή που η μικροαστική τάξη δε στεκόταν πια πίσω της σαν υποτελής, αλλά μπροστά της σαν στασιαστής, όπως υποχρεώθηκε γενικά να καταστρέψει με τα ίδια της τα χέρια όλα τα μέσα της άμυνάς της ενάντια στην απολυταρχία, από τη στιγμή που η ίδια είχε γίνει απολυταρχική.


Ωστόσο, το κόμμα της τάξεως πανηγύρισε το ξαναπάρσιμο μιας εξουσίας που το 1848 του φαινόταν ότι την είχε χάσει για να την ξαναβρεί το 1849 απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της, με βρισιές ενάντια στη δημοκρατία και στο σύνταγμα, με το αναθεμάτισμα όλων των μελλοντικών, τωρινών, και περασμένων επαναστάσεων, μαζί κι εκείνης που είχανε κάνει οι ίδιοι οι ηγέτες της, και με νόμους που φίμωναν τον Τύπο, που καταργούσαν το δικαίωμα της οργάνωσης και καθιέρωναν την κατάσταση πολιορκίας σαν οργανικό θεσμό. Ύστερα απ’ αυτό η εθνοσυνέλευση ανέβαλε τις εργασίες της από τα μέσα του Αυγούστου έως τα μέσα του Οκτώβρη, αφού εξέλεξε πρώτα μια μόνιμη επιτροπή για το χρόνο της απουσίας της. Στη διάρκεια των διακοπών αυτών οι νομιμόφρονες ραδιουργούσανε με το Έμς, οι ορλεανικοί με το Κλαμερόν, ο Βοναπάρτης με πριγκιπικές περιοδείες και τα νομαρχιακά συμβούλια με τις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Πρόκειται για περιπτώσεις που επαναλαμβάνονται τακτικά στις περιοδικές διακοπές της εθνοσυνέλευσης και που θα τις εξετάσω όταν θα γίνουν γεγονότα. Ας σημειωθεί εδώ ακόμη ότι η εθνοσυνέλευση δεν ενεργούσε με πολιτικότητα όταν εξαφανιζόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τη σκηνή και όταν άφηνε να φαίνεται επικεφαλής της δημοκρατίας μια μόνο, έστω και αξιοθρήνητη μορφή σαν τη μορφή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ενώ το κόμμα της τάξεως με τρόπο που αποτελούσε δημόσιο σκάνδαλο διαλυόταν στα βασιλικά συστατικά στοιχεία του και ακολουθούσε τους αλληλοσυγκρουόμενους πόθους του για την παλινόρθωση. Κάθε φορά που σ’ αυτές τις διακοπές έσβηνε ο ενοχλητικός θόρυβος του κοινοβουλίου και το σώμα του διαλυόταν μέσα στο έθνος, φαινόταν ολοκάθαρα ότι έλειπε μονάχα ένα πράγμα για να ολοκληρωθεί η πραγματική όψη αυτής της δημοκρατίας: να γίνουν μόνιμες οι διακοπές του και ν’ αντικατασταθεί η δημοκρατική του επιγραφή: ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, με τις απαρερμήνευτες λέξεις: πεζικό, ιππικό, πυροβολικό.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ