Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (7)

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
7ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Στο πεδίο των γενικών αστικών συμφερόντων η εθνοσυνέλευση αποδείχτηκε τόσο άγονη, που λχ, οι συζητήσεις για την κατασκευή του σιδηροδρόμου Παρίσι – Αβινιόν, που είχαν αρχίσει το χειμώνα του 1850, δεν είχαν ακόμα τελειώσει ως τις 2 του Δεκέμβρη 1851. Όπου η εθνοσυνέλευση δεν καταπίεζε, δεν αντιδρούσε, κατεχόταν από μια αγιάτρευτη στειρότητα.

Ενώ η κυβέρνηση του Βοναπάρτη εν μέρει έπαιρνε την πρωτοβουλία να θεσπίζει νόμους σύμφωνα με το πνεύμα του κόμματος της τάξεως και εν μέρει υπερέβαλε ακόμα πιο πολύ τη σκληρότητά τους στην εφαρμογή και στην εκτέλεσή τους, από την άλλη μεριά ο πρόεδρος προσπαθούσε ν’ αποχτήσει δημοτικότητα με παιδικά ανόητες προτάσεις, να καταδείξει την αντίθεσή του προς την εθνοσυνέλευση και ν’ αφήσει να υπονοηθεί μια κρυφή του σκέψη που παρεμποδίζεται προσωρινά μονάχα από τις περιστάσεις, ν’ ανοίξει δηλ. στο γαλλικό λαό τους κρυμμένους θησαυρούς του. Σ’ αυτό οφείλεται η πρότασή του να δοθεί στους υπαξιωματικούς μια αύξηση από τέσσερις πεντάρες τη μέρα. Το ίδιο και η πρότασή του να δημιουργηθεί για τους εργάτες μια τράπεζα για δάνεια τιμής. Χρηματικά δώρα και χρηματικά δάνεια, αυτή ήταν η προοπτική με την οποία έλπιζε να δελεάσει τις μάζες. Δώρα και δάνεια – σ’ αυτά περιορίζεται η οικονομική επιστήμη του κουρελοπρολεταριάτου, του καθώς πρέπει και του χυδαίου. Σ’ αυτά περιορίζονταν οι μοχλοί που ήξερε να κινεί ο Βοναπάρτης. Ποτέ ένας μνηστήρας θρόνου δεν κερδοσκόπησε πιο πρόστυχα πάνω στην προστυχιά του όχλου.

Η εθνοσυνέλευση άναψε επανειλημμένα μπροστά σ’ αυτές τις ολοφάνερες απόπειρες του Βοναπάρτη ν’ αποχτήσει δημοτικότητα σε βάρος της και μπροστά στον αυξανόμενο κίνδυνο μήπως ο τυχοδιώκτης, αυτός που τον μαστίγωναν τα χρέη του και που καμιά αποκτημένη φήμη δεν τον συγκρατούσε, αποτολμήσει κανένα απεγνωσμένο εγχείρημα. Η ασυμφωνία ανάμεσα στο κόμμα της τάξεως και στον πρόεδρο είχε πάρει απειλητικό χαρακτήρα, όταν ένα απροσδόκητο γεγονός τον ξανάριξε μετανοιωμένο στην αγκαλιά του. Εννοούμε τις αναπληρωματικές εκλογές της 10 του Μάρτη 1850. Αυτές οι εκλογές έγιναν για ν’ αναπληρωθούν οι βουλευτικές έδρες, που είχαν αδειάσει με τις φυλακίσεις ή με τις εξορίες, ύστερα από τις 13 του Ιούνη. Το Παρίσι έβγαλε μονάχα σοσιαλδημοκράτες υποψήφιους. Συγκέντρωσε μάλιστα τις περισσότερες ψήφους σ’ έναν επαναστάτη του Ιούνη του 1848, στο ντε Φλοτ. Έτσι η παρισινή μικροαστική τάξη που είχε συμμαχήσει με το προλεταριάτο, εκδικιόταν για την ήττα της στις 13 του Ιούνη 1849. Η μικροαστική τάξη φαινόταν σαν να είχε εξαφανιστεί από το πεδίο της μάχης τη στιγμή του κινδύνου, μόνο και μόνο για να ξαναεμφανιστεί σ’ αυτό σε ευνοϊκότερη περίσταση με πιο μαζικές μαχητικές δυνάμεις και με τολμηρότερο σύνθημα μάχης. Ένα άλλο περιστατικό φάνηκε πως αύξαινε τον κίνδυνο αυτής της εκλογικής νίκης. Ο στρατός ψήφισε στο Παρίσι τον επαναστάτη του Ιούνη ενάντια στο Λάϊτ τον υπουργό του Βοναπάρτη. Και στους νομούς ψήφισε στην πλειοψηφία του τους ορεινούς που κι εδώ είχανε την υπεροχή απέναντι στους αντιπάλους τους αν και όχι τόσο αποφασιστικά όσο στο Παρίσι.

Ο Βοναπάρτης είδε ξαφνικά την επανάσταση να ορθώνεται ξανά μπροστά του. Όπως στις 29 του Γενάρη 1849, όπως στις 13 του Ιούνη 1849 και στις 10 του Μάρτη 1850 εξαφανίστηκε πίσω από το κόμμα της τάξεως. Υποτάχτηκε, ζήτησε ταπεινά συγγνώμη, προσφέρθηκε να διορίσει κατά διαταγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας οποιαδήποτε κυβέρνηση. Εκλιπάρησε μάλιστα τους κομματικούς αρχηγούς των ορλεανικών και των νομιμοφρόνων, τους Θιέρσους, τους Μπερρυέ, τους Μπρολλύ, τους Μολέ, κοντολογής τους λεγόμενους μπουργκράφους, να πάρουν στα ίδια τους τα χέρια το πηδάλιο του κράτους. Το κόμμα της τάξεως στάθηκε ανίκανο να εκμεταλλευθεί αυτή τη μοναδική στιγμή. Αντί να καταλάβει θαρραλέα την εξουσία που του προσφερόταν στάθηκε ανίκανο ακόμα και να αναγκάσει το Βοναπάρτη να ξαναδιορίσει την κυβέρνηση που είχε παύσει την 1η του Νοέμβρη. Αρκέστηκε να τον ταπεινώσει συγχωρώντας τον και να προσθέσει τον κ. Μπαρός στην κυβέρνηση ντ’ Ωπούλ. Αυτός ο Μπαρός είχε οργιάσει σαν εισαγγελέας στο ανώτατο δικαστήριο της Μπουρζ, την πρώτη φορά ενάντια στους επαναστάτες της 15 του Μάη, τη δεύτερη φορά ενάντια στους δημοκράτες της 13 του Ιούνη και τις δυο φορές για πραξικοπήματα ενάντια στην εθνοσυνέλευση. Αργότερα κανένας από τους υπουργούς του Βοναπάρτη δε συντέλεσε τόσο πολύ στο να ταπεινώσει την εθνοσυνέλευση και ύστερα από τις 2 του Δεκέμβρη 1851 τον ξαναβρίσκουμε καλοεγκαταστημένο και καλοπληρωμένο αντιπρόεδρο της γερουσίας. Είχε φτύσει στη σούπα των επαναστατών για να μπορέσει να τη ρουφήξει ο Βοναπάρτης.

Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, από την πλευρά του, φαινόταν σαν να έψαχνε να βρει αφορμές για να κάνει πάλι αμφίβολη τη νίκη του και να σπάσει την αιχμή της. Ο Βιντάλ, ένας από τους νεοεκλεγμένους βουλευτές του Παρισιού, είχε εκλεγεί ταυτόχρονα και στο Στρασβούργο. Τον παρακίνησαν να παραιτηθεί από την εκλογή του στο Παρίσι και να δεχτεί την εκλογή στο Στρασβούργο. Αντί λοιπόν να δώσει στην εκλογική του νίκη έναν οριστικό χαρακτήρα και να αναγκάσει έτσι το κόμμα της τάξεως να του την αμφισβητήσει στο κοινοβούλιο, αντί να αναγκάσει έτσι τον αντίπαλο να δώσει τη μάχη τώρα, τη στιγμή του λαϊκού ενθουσιασμού και των ευνοϊκών διαθέσεων του στρατού, το δημοκρατικό κόμμα κούρασε το Παρίσι στους μήνες Μάρτη και Απρίλη με μια καινούργια εκλογική ζύμωση. Άφησε να φθαρούν τα ερεθισμένα λαϊκά πάθη μέσα στο καινούργιο αυτό προσωρινό εκλογικό παιχνίδι, άφησε την επαναστατική δραστηριότητα να αυτόϊκανοποιείται με συνταγματικές επιτυχίες και να εξανεμίζεται σε μικροδολοπλοκίες, σε κούφιες απαγγελίες και ψευτοκινήσεις, άφησε την αστική τάξη να συγκεντρωθεί και να πάρει τα μέτρα της, άφησε τέλος να δοθεί με την αναπληρωματική εκλογή του Απρίλη και με την εκλογή του Ευγενίου Συ μια αισθηματική επεξήγηση στις εκλογές του Μάρτη που τις αδυνάτιζε. Με μια λέξη, έστειλε τη 10 του Μάρτη να βρει την πρωταπριλιά.

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ένοιωσε την αδυναμία του αντιπάλου της. Οι 17 μπουργκράφοι της, επειδή ο Βοναπάρτης τους είχε αναθέσει την καθοδήγηση και την ευθύνη της επίθεσης, εκπονήσανε ένα καινούργιο εκλογικό Νόμο, που την κατάθεσή του την ανάθεσαν στον κ. Φωσέ, που είχε παρακαλέσει να του κάνουν αυτή την τιμή. Στις 8 του Μάη πρότεινε το Νόμο που καταργούσε το γενικό εκλογικό δικαίωμα να ψηφίζουν μια τρίχρονη διαμονή στον τόπο της εκλογής και που για τους εργάτες τέλος εξαρτούσε την απόδειξη αυτής της διαμονής από την πιστοποίηση του εργοδότη τους.

Όσο επαναστατικά κι αν είχαν αναστατωθεί και θορυβήσει οι δημοκράτες στη διάρκεια της συνταγματικής εκλογικής πάλης, τόσο συνταγματικά συμπεριφέρονταν τώρα που έπρεπε με τα όπλα στα χέρια να δείξουν τη σοβαρότητα εκείνης της εκλογικής νίκης και κήρυτταν την τάξη, τη μεγαλόπρεπη γαλήνη (calme majestueux), τη νόμιμη συμπεριφορά, μ’ άλλα λόγια την τυφλή υποταγή στη θέληση της αντεπανάστασης που επιβαλλόταν σαν νόμος. Στις συζητήσεις οι ορεινοί βάλθηκαν να ντροπιάσουν το κόμμα της τάξεως, αντιπαραθέτοντας στο επαναστατικό του πάθος τη δίχως πάθος στάση του αγαθού ανθρωπάκου που μένει πάνω στο έδαφος της νομιμότητας και κατηγορώντας το με τη φοβερή μομφή ότι δρα επαναστατικά. Ακόμη και οι νεοεκλεγμένοι βουλευτές προσπάθησαν να αποδείξουν με την καθώς πρέπει και συνετή συμπεριφορά τους, τι παραγνώριση ήταν να τους δυσφημούν σαν αναρχικούς και να παρουσιάζουν την εκλογή τους σαν ένα θρίαμβο της επανάστασης. Στις 31 του Μάη έγινε δεκτός ο νέος εκλογικός νόμος. Οι ορεινοί αρκέστηκαν να χώσουν στα κρυφά μια διαμαρτυρία στην τσέπη του προέδρου. Τον εκλογικό νόμο τον ακολούθησε ένας Νόμος για τον Τύπο, που μ’ αυτόν εξοβελίστηκε πέρα για πέρα ο επαναστατικός Τύπος. Ήταν άξιος της τύχης του.

Ύστερα απ’ αυτόν τον κατακλυσμό, δυο αστικά δημοσιογραφικά όργανα, η «Νάσιοναλ» και η «Πρες» έμειναν σαν οι πιο προχωρημένες προφυλακές της επανάστασης.

Είδαμε πως το Μάρτη και τον Απρίλη οι δημοκράτες αρχηγοί είχανε κάνει το παν για να μπλέξουν το λαό του Παρισιού σ’ έναν ψευτοαγώνα και πώς ύστερα από τις 8 του Μάη έκαναν το παν για να τον κρατήσουν μακριά από τον πραγματικό αγώνα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμα, ότι η χρονιά 1850 ήταν μια από τις πιο λαμπρές από την άποψη της βιομηχανικής και εμπορικής άνθισης και ότι, κατά συνέπεια, το παρισινό προλεταριάτο ήταν ολοκληρωτικά απασχολημένο σε δουλειά. Μόνο που ο εκλογικός νόμος της 31 του Μάη 1850 το απόκλειε από κάθε συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Το ξέκοβε από το πεδίο της μάχης. Ξανάριχνε τους εργάτες πίσω στην κατάσταση του παρία που βρίσκονταν πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη. Αφήνοντας μπροστά σ’ ένα τέτοιο γεγονός, να τους διευθύνουν οι δημοκράτες και φτάνοντας στο σημείο να ξεχάσουν το επαναστατικό συμφέρον της τάξης τους για μια στιγμιαία καλοπέραση, οι εργάτες παραιτήθηκαν από την τιμή να είναι μια κατακτητική δύναμη, υποτάχτηκαν στην τύχη τους, αποδείχνοντας ότι η ήττα του Ιούνη 1848 τους είχε κάνει για χρόνια ανίκανους για πάλη και ότι η ιστορική πορεία θα πρέπει πριν απ’ όλα να συνεχίσει ξανά το δρόμο της πάνω από τα κεφάλια τους. Όσο για τη μικροαστική δημοκρατία, που στις 13 του Ιούνη κραύγαζε: «ας τολμήσουν όμως να θίξουν το γενικό εκλογικό δικαίωμα και τότε βλέπουμε!», βρήκε τώρα παρηγοριά στη σκέψη ότι το αντεπαναστατικό κτύπημα που δέχτηκε δεν ήταν χτύπημα και ότι ο νόμος της 31 του Μάη δεν ήταν νόμος. Τη δεύτερη Κυριακή του Μάη 1852 κάθε γάλλος θα παρουσιαστεί στις κάλπες, βαστώντας με το ένα χέρι το ψηφοδέλτιο και με το άλλο το σπαθί. Με αυτή την προφητεία αυτοϊκανοποιήθηκαν. Ο στρατός, τέλος, τιμωρήθηκε από τους ανωτέρους του για τις εκλογές του Μάρτη και του Απρίλη 1850, όπως είχε τιμωρηθεί και για τις εκλογές της 29 του Μάη 1849. Μα αυτή τη φορά σκέφτηκε αποφασιστικά: «Η επανάσταση δε θα μας γελάσει για τρίτη φορά».

Ο Νόμος της 31 του Μάη 1850 ήταν το πραξικόπημα της αστικής τάξης. Όλες οι ως τώρα κατακτήσεις της ενάντια στην επανάσταση είχαν μονάχα προσωρινό χαρακτήρα. Αμφισβητήθηκαν μόλις αποχώρησε από τη σκηνή η τωρινή εθνοσυνέλευση. Εξαρτιόνταν από την έκβαση νέων γενικών εκλογών και η ιστορία των εκλογών από το 1848 απόδειχνε αναμφισβήτητα ότι στο βαθμό που αναπτυσσόταν η ουσιαστική κυριαρχία της αστικής τάξης, στον ίδιο βαθμό χανόταν η ηθική επιρροή της πάνω στις λαϊκές μάζες. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα εκδηλώθηκε στις 10 του Μάρτη άμεσα ενάντια στην κυριαρχία της αστικής τάξης και η αστική τάξη απάντησε με την προγραφή του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Ο νόμος λοιπόν της 31 του Μάη ήταν μια από τις ανάγκες της ταξικής πάλης. Από την άλλη μεριά, για να είναι έγκυρη η εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας, το σύνταγμα απαιτούσε ένα ελάχιστο όριο από δυο εκατομμύρια ψήφους. Αν αυτό το ελάχιστο δεν το έπαιρνε κανένας από τους υποψηφίους για την προεδρία, τότε η εθνοσυνέλευση θα έπρεπε να εκλέξει για πρόεδρο έναν από τους τρεις υποψηφίους που θα συγκέντρωναν τις πιο πολλές ψήφους. Τον καιρό που η συντακτική έκανε αυτό το νόμο, ήτανε γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους δέκα εκατομμύρια εκλογείς. Σύμφωνα με το πνεύμα της, αρκούσε το ένα πέμπτο των εκλογέων για να γίνει έγκυρη η εκλογή για την προεδρία. Ο Νόμος της 31 του Μάη διέγραψε το λιγότερο τρία εκατομμύρια εκλογείς από τους εκλογικούς καταλόγους. Περιόρισε τον αριθμό των εκλογέων σε εφτά εκατομμύρια και διατήρησε μολαταύτα το ελάχιστο νόμιμο όριο των δυο εκατομμυρίων για την προεδρική εκλογή. Ανέβαζε λοιπόν το ελάχιστο νόμιμο όριο από ένα πέμπτο σε ένα τρίτο σχεδόν των εκλογέων, δηλαδή, έκανε ότι μπορούσε για να περάσει λαθραία την προεδρική εκλογή από τα χέρια του λαού στα χέρια της εθνοσυνέλευσης. Έτσι φάνηκε ότι το κόμμα της τάξεως, με τον εκλογικό νόμο της 31 του Μάη ασφάλιζε διπλά την κυριαρχία του, αναθέτοντας την εκλογή της εθνοσυνέλευσης και την εκλογή του, αναθέτοντας την εκλογή της εθνοσυνέλευσης και την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας στη στατική μερίδα της κοινωνίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ