Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (12)


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
12ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Οι νομιμόφρονες στις επαρχίες, με τον περιορισμένο ορίζοντά τους και με τον απεριόριστο ενθουσιασμό τους, κατηγορούσαν τους κοινοβουλευτικούς τους ηγέτες, το Μπερρυέ και το Φαλλού, για αποσκίρτηση από τον Ερρίκο Ε’ και για λιποταξία στο βοναπαρτικό στρατόπεδο. Η κρινένια αντίληψή τους πίστευε στο προπατορικό αμάρτημα, όχι όμως και στη διπλωματία.

Ασύγκριτα πιο ολέθρια και πιο αποφασιστική ήταν η ρήξη της εμπορικής αστικής τάξης με τους πολιτικούς της. Δεν τους κατηγορούσε, όπως οι νομιμόφρονες τους δικούς τους, ότι εγκατέλειψαν τις αρχές τους, αλλά αντίθετα ότι έμεναν πιστοί σε αρχές που κατάντησαν άχρηστες.

Σημείωσα κιόλας παραπάνω ότι ύστερα από την είσοδο του Φούλντ στην κυβέρνηση, η ομάδα της εμπορικής αστικής τάξης που είχε τη μερίδα του λέοντος στο καθεστώς του Λουδοβίκου Φιλίππου, δηλ. η αριστοκρατία του χρήματος, έγινε βοναπαρτική. Ο Φουλντ δεν αντιπροσώπευε μονάχα τα συμφέροντα του Βοναπάρτη στο χρηματιστήριο, αντιπροσώπευε ταυτόχρονα τα συμφέροντα του χρηματιστηρίου στο Βοναπάρτη. Η στάση της αριστοκρατίας του χρήματος περιγράφεται με τον πιο χτυπητό τρόπο σ’ ένα απόσπασμα του ευρωπαϊκού της οργάνου, του «Εκόνομιστ» του Λονδίνου. Στο Φύλλο της 1ης του Φλεβάρη 1851 ο ανταποκριτής του στο Παρίσι γράφει: «Διαπιστώσαμε λοιπόν από όλες τις πλευρές ότι η Γαλλία χρειάζεται πριν απ’ όλα ησυχία. Ο πρόεδρος το δηλώνει αυτό στο διάγγελμά του προς τη νομοθετική συνέλευση, αυτό αντηχεί σαν αντίλαλος από το βήμα της εθνικής συνέλευσης, το διαβεβαιώνει ο Τύπος, το κηρύσσουν από τον άμβωνα, το αποδείχνει η ευαισθησία των κρατικών αξιών στην παραμικρότερη προοπτική ταραχών και η σταθερότητά τους κάθε φορά που νικά η εκτελεστική εξουσία».

Στο Φύλλο του της 29 του Νοέμβρη 1851 ο «Εκόνομιστ» δηλώνει εκ μέρους του: «Σ’ όλα τα χρηματιστήρια της Ευρώπης ο πρόεδρος αναγνωρίστηκε πια σαν ο φρουρός της τάξης». Η αριστοκρατία του χρήματος λοιπόν καταδίκαζε τον κοινοβουλευτικό αγώνα σαν διατάραξη της τάξεως και πανηγύριζε κάθε νίκη του προέδρου πάνω στους δήθεν αντιπροσώπους σαν νίκη της τάξεως. Όταν λέμε αριστοκρατία του χρήματος πρέπει να εννοούμε όχι μονάχα τους μεγάλους επιχειρηματίες κρατικών δανείων και τους κερδοσκόπους των κρατικών χρεογράφων, που είναι άμεσα φανερό ότι τα συμφέροντά τους συμπίπτουν με τα συμφέροντα της κρατικής εξουσίας. Όλες οι σύγχρονες χρηματικές υποθέσεις, όλη η τραπεζιτική οικονομία είναι συνυφασμένες στενότατα με τη δημόσια πίστη. Ένα μέρος από το επιχειρηματικό κεφάλαιο των τραπεζών επενδύεται αναγκαστικά και τοκίζεται σε εύκολα εξαργυρώσιμα κρατικά χρεόγραφα. Οι καταθέσεις των τραπεζών, το κεφάλαιο που έχουν οι τράπεζες στη διάθεσή τους και που το κατανέμουν στους εμπόρους και τους βιομηχάνους, προέρχεται εν μέρει από τα μερίσματα των κατόχων των κρατικών χρεογράφων. Αν για ολόκληρη την αγορά του χρήματος και για τους ιερείς αυτής της αγοράς, η σταθερότητα της κρατικής εξουσίας σήμαινε σ’ όλες τις εποχές το Μωυσή και τους προφήτες, γιατί να μην ισχύει το ίδιο προ πάντων σήμερα, που κάθε κατακλυσμός απειλεί να παρασύρει μαζί με τα παλιά κράτη και τα παλιά κρατικά χρέη;

Επίσης και η βιομηχανική αστική τάξη, με το φανατισμό της υπέρ της τάξεως οργιζόταν για τους καυγάδες του κοινοβουλευτικού κόμματος της τάξεως με την εκτελεστική εξουσία. Ύστερα από την ψήφο τους της 18 του Γενάρη με την ευκαιρία της απόλυσης του Σανγκαρνιέ, ο Θιέρσος, ο Ανγκλά, ο Σαιντ-Μπεβ κλπ, επιτιμήθηκαν δημόσια από τους εκλογείς τους των βιομηχανικών ακριβώς περιφερειών, ιδιαίτερα στιγματίστηκε ο συνασπισμός τους με τους ορεινούς σαν πράξη εσχάτης προδοσίας απέναντι στην τάξη. Αν, όπως είδαμε, οι καυχησιάρικες κοροϊδίες, οι μικρόπρεπες μηχανορραφίες, με τις οποίες εκδηλωνόταν η πάλη του κόμματος της τάξεως ενάντια στον πρόεδρο, δεν άξιζαν καλύτερη υποδοχή, από την άλλη μεριά, το αστικό αυτό κόμμα, που απαιτεί από τους αντιπροσώπους του ν’ αφήσουν να περάσει δίχως αντίσταση η στρατιωτική εξουσία από τα χέρια του δικού του κοινοβουλίου στα χέρια ενός τυχοδιώκτη μνηστήρα του θρόνου, δεν άξιζε καν τις μηχανορραφίες που σπαταλήθηκαν για τα συμφέροντά του. Απόδειχνε ότι ο αγώνας για την υπεράσπιση των δημοσίων συμφερόντων του, των δικών του ταξικών συμφερόντων, της δικής του πολιτικής δύναμης, το ενοχλούσε και το δυσαρεστούσε μονάχα επειδή παρεμπόδιζε τις ιδιωτικές υποθέσεις.

Σχεδόν χωρίς καμιά εξαίρεση οι αστικές προσωπικότητες των επαρχιακών πόλεων, τα δημοτικά συμβούλια, οι δικαστές των εμποροδικείων κλπ, δέχτηκαν παντού το Βοναπάρτη στις περιοδείες του με τον πιο δουλοπρεπή τρόπο, ακόμα και όταν, όπως έγινε στην Ντιζόν, ο Βοναπάρτης επιτέθηκε απροκάλυπτα ενάντια στην εθνοσυνέλευση και ειδικά ενάντια στο κόμμα της τάξεως.

Όταν το εμπόριο πήγαινε καλά, όπως στην αρχή του 1851, η εμπορική αστική τάξη λυσσομανούσε ενάντια σε κάθε κοινοβουλευτικόν αγώνα, για να μη χάσει, προς θεού, το εμπόριο το κέφι του. Όταν το εμπόριο πήγαινε άσχημα, όπως συνέβαινε συνεχώς από τα τέλη του Φλεβάρη 1851, κατηγορούσε τους κοινοβουλευτικούς αγώνες σαν αιτία της στασιμότητας και ζητούσε με φωνές να σταματήσουν, για να μπορέσει να κινηθεί ξανά το εμπόριο. Οι συζητήσεις για την αναθεώρηση έπεσαν ακριβώς σ’ αυτήν την κακή περίοδο. Επειδή εδώ το ζήτημα ήταν για ζωή ή θάνατο της υπάρχουσας μορφής του κράτους, η αστική τάξη νόμιζε ότι είχε ένα παραπανίσιο δικαίωμα ν’ απαιτήσει από τους αντιπροσώπους της να μπει τέλος σ’ αυτή τη βασανιστική προσωρινότητα και συνάμα να διατηρηθεί το υπάρχον καθεστώς. Σ’ αυτό δεν υπήρχε καμιά αντίφαση. Λέγοντας τέλος της προσωρινότητας, εννοούσε ακριβώς τη συνέχισή της, την αναβολή για ακαθόριστο μέλλον της στιγμής που θα έπρεπε να παρθεί μια απόφαση. Το υπάρχον καθεστώς μπορούσε να διατηρηθεί μονάχα με δυο τρόπους: είτε με την παράταση της εξουσίας του Βοναπάρτη, είτε με τη συνταγματική αποχώρηση του ίδιου και την εκλογή του Καβαινιάκ. Μια μερίδα της αστικής τάξης επιθυμούσε την τελευταία λύση και δεν ήξερε να δώσει στους αντιπροσώπους της καλύτερη συμβουλή από το να σωπαίνουν και να μη θίγουν το φλέγον αυτό ζήτημα. Είχε τη γνώμη πώς αν οι αντιπρόσωποί της δε μιλούσαν, ο Βοναπάρτης δε θα ενεργούσε. Επιθυμούσε ένα κοινοβούλιο-στρουθοκάμηλο, που να κρύβει το κεφάλι του για να μένει αθέατο. Άλλη μερίδα της αστικής τάξης, μια κι ο Βοναπάρτης καθόταν στην προεδρική έδρα, επιθυμούσε να τον αφήσει να κάθεται σ’ αυτή για να μείνουν τα πράγματα στην παλιά τους τροχιά. Αγανακτούσε γιατί το κοινοβούλιό της δεν παραβίαζε ανοιχτά το Σύνταγμα και δεν παρατιόταν δίχως άλλη διαδικασία.

Τα γενικά συμβούλια των νομών, αυτά τα επαρχιακά αντιπροσωπευτικά σώματα της μεγάλης αστικής τάξης, που συνεδρίασαν ύστερα από τις 25 του Αυγούστου στο διάστημα των διακοπών της εθνοσυνέλευσης, κηρύχθηκαν σχεδόν ομόφωνα υπέρ της αναθεώρησης, δηλ. ενάντια στο κοινοβούλιο και υπέρ του Βοναπάρτη.

Ακόμα πιο ξεκάθαρα από τη ρήξη της με τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους της η αστική τάξη φανέρωσε τη λύσσα της ενάντια στους φιλολογικούς εκπροσώπους της, ενάντια στον ίδιο τον Τύπο της. Οι καταδίκες σε υπερβολικά χρηματικά ποσά και σε επαίσχυντες φυλακίσεις που οι αστοί ένορκοι απάγγελναν για κάθε επίθεση των αστών δημοσιογράφων ενάντια στις σφετεριστικές ορέξεις του Βοναπάρτη, για κάθε απόπειρα του Τύπου να υπερασπίσει τα πολιτικά δικαιώματα της αστικής τάξης ενάντια στην εκτελεστική εξουσία, προκάλεσαν την έκπληξη όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και όλης της Ευρώπης.

Αν, όπως έχω δείξει, το κοινοβουλευτικό κόμμα της τάξεως με τις φωνές του για ησυχία καταδίκασε σε αδράνεια τον ίδιο τον εαυτό του, αν κήρυξε την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης ασυμβίβαστη με την ασφάλεια και την υπόσταση της αστικής τάξης, καταστρέφοντας στην πάλη ενάντια στις άλλες τάξεις της κοινωνίας με τα ίδια του τα χέρια όλους τους όρους του δικού του καθεστώτος, του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, η εξωκοινοβουλευτική μάζα της αστικής τάξης, με τη δουλοπρέπειά της απέναντι στον πρόεδρο, με τις βρισιές της ενάντια στο κοινοβούλιο, με τη βάναυση κακομεταχείριση του ίδιου της του Τύπου, προσκαλούσε το Βοναπάρτη να καταπιέσει και να εκμηδενίσει τη μερίδα της που μιλούσε και έγραφε, τους πολιτικούς της και τους φιλολόγους της, το ρητορικό βήμα της και τον Τύπο της, έτσι που να μπορεί γεμάτη εμπιστοσύνη ν’ ασχολείται με τις ιδιωτικές της υποθέσεις κάτω από την προστασία μιας ισχυρής και με απεριόριστη εξουσία κυβέρνησης. Δήλωσε ξεκάθαρα ότι λαχταράει ν’ απαλλαγεί από τους κόπους και τους κινδύνους της εξουσίας.

Κι αυτή η εξωκοινοβουλευτική αστική τάξη, που είχε κιόλας εξεγερθεί ενάντια στον καθαρά κοινοβουλευτικό και φιλολογικό αγώνα για την κυριαρχία της ίδιας της τάξης της και είχε προδώσει τους αρχηγούς αυτής της πάλης, τολμάει τώρα εκ των υστέρων να κατηγορήσει το προλεταριάτο, γιατί δεν ξεσηκώθηκε σ’ έναν αιματηρό αγώνα, σ’ έναν αγώνα ζωής ή θανάτου για χάρη της! Αυτή, που κάθε στιγμή θυσίαζε το γενικό ταξικό συμφέρον της, δηλ. το πολιτικό συμφέρον της, στο πιο στενό και πιο βρώμικο ιδιωτικό της συμφέρον και απαιτούσε από τους αντιπροσώπους της μιαν ανάλογη θυσία, θρηνεί τώρα ότι το προλεταριάτο θυσίασε τα ιδανικά πολιτικά της συμφέροντα στα υλικά του συμφέροντα. Ποζάρει σαν μια αγαθή ψυχή που το παραπλανημένο από τους σοσιαλιστές προλεταριάτο την παραγνώρισε και την εγκατάλειψε στην αποφασιστική στιγμή. Και βρίσκει μια γενική απήχηση στον αστικό κόσμο. Φυσικά, δε μιλάω για τους γερμανούς πολιτικάντηδες και ημιμαθείς. Παραπέμπω τον αναγνώστη λχ, στο ίδιο το «Εκόνομιστ», που στις 29 του Νοέμβρη 1851, δηλ. τέσσερις μέρες πριν από το πραξικόπημα, είχε κηρύξει το Βοναπάρτη «φρουρό της τάξεως», ενώ τους Θιέρσο και Μπερρυέ τους είχε χαρακτηρίσει «αναρχικούς» και που στις 27 του Δεκέμβρη 1851 κιόλας, αφού πια ο Βοναπάρτης έκανε αυτούς τους αναρχικούς να σωπάσουν, φωνάζει για την προδοσία που οι «αμαθείς, ανάγωγες και ηλίθιες μάζες των προλετάριων είχαν διαπράξει ενάντια στη δεξιοσύνη, τη γνώση, την πειθαρχία, την πνευματική επιρροή, τις διανοητικές επικουρικές πηγές και τα ηθικά προσόντα των μεσαίων και ανωτέρων στρωμάτων» της κοινωνίας. Και η ηλίθια, αμαθής και χυδαία αυτή μάζα δεν ήταν άλλη από την ίδια την αστική τάξη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ