Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ


Αδελφέ μου, συνοδοιπόρε στην μάχη της καθημερινότητας.

Απευθύνομαι σε σένα που λες: «Άραξε λίγο ρε μεγάλε να δούμε που το πάνε!» Και με όλη την δύναμη της φωνής μου σου λέω πως η αναμονή δεν είναι λύση για εμάς τους εργαζόμενους. Μόνη λύση που πραγματικά μας συμφέρει είναι η αντίσταση, η οργάνωση της πάλης, η ανυποχώρητη διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, η αντεπίθεση σε μια πολιτική που μας επιφυλάσσει μόνο νέα δεινά.
Κάθε μέρα που περνάει χωρίς διεκδίκηση και πάλη, κάθε εβδομάδα που «χαρίζεται» στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει το πρόγραμμα «δρακουμέλ», κάθε νέο μέτρο που μπαίνει σε τροχιά εφαρμογής, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της δύναμης που σφίγγει τη μέγγενη στα μηλίγγια μας.

Δεν μπορούμε αδελφέ να περιμένουμε, εμείς που είμαστε εργάτες, ευνοϊκές εξελίξεις από τις κυβερνήσεις που στηρίζονται και στηρίζουν τα αφεντικά μας. Δεν μπορούμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές πλειοψηφίες. Πρέπει επιτέλους να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ

Ζούμε κατά την γνώμη μου την μεγαλύτερη αντεργατική επίθεση που έχουμε δεχτεί μέχρι σήμερα, από την μεταπολίτευση και μετά.

Οι αισθητήρες του συστήματος πιάνουν την αγανάκτηση που φουσκώνει. Πιάνουν το μήνυμα ότι λιγοστεύουν τα όρια αντοχής και ανοχής των εργαζομένων. Πιάνουν τις δυσκολίες που συναντά η χειραγώγηση, αλλά και οι ελιγμοί τους. Τα ψωμιά τους είναι λίγα και το ξέρουν.

Τα περιβόητα μέτρα που σχεδιάζουν είναι άδικα, γιατί είναι σε βάρος όλων αυτών που παράγουν τον πλούτο, και υπέρ όσων καρπώνονται παρασιτικά αυτόν τον πλούτο, γι' αυτό έχουν εξασφαλίσει και εξασφαλίζουν την υποστήριξη όλων των επιτελείων του συστήματος μέσα και έξω από την Ελλάδα.

Ο τεράστιος πλούτος που παράγουμε όλοι εμείς που καθημερινά μας «βγαίνει το λάδι» και που γίνεται κέρδος στα σεντούκια των καπιταλιστών αποδεικνύει ότι είναι υπερώριμοι οι αντικειμενικοί όροι, οι προϋποθέσεις για την πλέρια, την ολόπλευρη ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών που έχουμε εμείς και οι οικογένειες μας.

Προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν με αριθμούς: Ελλείμματα, άδεια ταμεία, βαριές τιμωρίες από τους κακούς ξένους. Έχουν αναγορεύσει σε επιστήμη το «διαίρει και βασίλευε» για να περάσουν τη γραμμή ότι φταίμε εμείς οι εργάτες που δεν αποφασίζουμε μεταξύ μας να ισοπεδωθούμε όλοι προς τα κάτω, κι από κοντά οι κολαούζοι της σοσιαλδημοκρατίας να παρέχουν άλλοθι στην κυβέρνηση της ΠΑΣΟΚάρας, που δε θέλει η κακομοίρα να είναι αντεργατική, αλλά τι να κάνει έτσι που την τραβάνε από το μανίκι οι ξένοι.

Ξέρετε τη τρέμουν; Τη συνείδηση. Τη συνείδηση ξορκίζουν. Τη συνείδηση που μπορείς να αποκτήσεις όταν βγαίνεις στο δρόμο και συναντάς τα ταξικά αδέρφια σου.

Και να σας πω κάτι αδέλφια μου εργάτες; Αυτό που ζούμε αυτές τις μέρες είναι πόλεμος. Και στον πόλεμο δεν υπάρχουν ουδέτεροι. Δεν υπάρχουν ψηφοφόροι της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ. Υπάρχουν από δω εργάτες κι από κει αστοί. Παίρνουμε άπαντες θέση.

Αποφασίστε με ποιους θα πάτε και ποιους θα αφήσετε.

Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (11)

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
11ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)


VI
Ο συνασπισμός με τους ορεινούς και με τους πούρους δημοκράτες στον οποίο το κόμμα της τάξεως καταδικάστηκε να καταφύγει μέσα στις μάταιες προσπάθειές του να διατηρήσει την κατοχή της στρατιωτικής εξουσίας και να ξαναποκτήσει την ανώτατη διεύθυνση της εκτελεστικής εξουσίας, απόδειχνε αναμφισβήτητα ότι είχε χάσει την αυτοτελή κοινοβουλευτική πλειοψηφία του. Η απλή δύναμη του ημερολογίου, ο ωροδείχτης, σήμανε στις 28 του Μάη την ολοκληρωτική του διάλυση. Με την 28 του Μάη άρχισε ο τελευταίος χρόνος της ζωής της εθνοσυνέλευσης. Έπρεπε τώρα ν’ αποφασίσει ή για την αμετάβλητη διατήρηση του συντάγματος ή για την αναθεώρησή του. Μα αναθεώρηση του συντάγματος δε σήμαινε μόνο την κυριαρχία της αστικής τάξης ή της μικροαστικής δημοκρατίας, δημοκρατία ή προλεταριακή αναρχία, κοινοβουλευτική δημοκρατία ή Βοναπάρτη, σήμαινε ακόμα Ορλεάνοι ή Βουρβώνοι! Έτσι έπεσε μέσα στο κοινοβούλιο το μήλο της έριδος, που γύρω του έπρεπε να ανάψει ανοιχτά η σύγκρουση των συμφερόντων που χώριζαν το κόμμα της τάξεως σε εχθρικές ομάδες. Το κόμμα της τάξεως ήταν ένα κράμα από ετερογενή κοινωνικά στοιχεία. Το ζήτημα της αναθεώρησης δημιουργούσε μια πολιτική θερμοκρασία μέσα στην οποία το προϊόν αυτής της ένωσης διαλυόταν ξανά στα πρωταρχικά συστατικά μέρη.

Το συμφέρον των βοναπαρτικών για την αναθεώρηση ήταν απλό. Γι’ αυτούς το ζήτημα ήταν πριν απ’ όλα να καταργηθεί το άρθρο 45, που απαγόρευε την επανεκλογή του Βοναπάρτη και την παράταση της εξουσίας του. Όχι λιγότερο απλή φαινόταν και η θέση των δημοκρατικών. Αποδοκίμαζαν απόλυτα κάθε αναθεώρηση. Στην αναθεώρηση έβλεπαν μια ολόπλευρη συνωμοσία ενάντια στη δημοκρατία. Επειδή διάθεταν πάνω από το ένα τέταρτο των ψήφων στην εθνοσυνέλευση και επειδή, σύμφωνα με το σύνταγμα, χρειάζονταν τα τρία τέταρτα των ψήφων για να μπορεί νόμιμα ν’ αποφασιστεί η αναθεώρηση και να συγκληθεί μια αναθεωρητική συνέλευση, δεν είχαν παρά να μετρήσουν τις ψήφους τους για να είναι βέβαιοι για τη νίκη. Και ήταν βέβαιοι για τη νίκη.

Απέναντι σ’ αυτές τις ξεκάθαρες θέσεις, το κόμμα της τάξεως βρισκόταν μέσα σε αξεδιάλυτες αντιθέσεις. Αν απόρριπτε την αναθεώρηση, έβαζε σε κίνδυνο το υπάρχον καθεστώς αφήνοντας στο Βοναπάρτη μια μόνο διέξοδο, τη διέξοδο της βίας, και παρέδιδε, τη δεύτερη Κυριακή του Μάη 1852, δηλ. την αποφασιστική στιγμή, τη Γαλλία στην επαναστατική αναρχία, μ’ έναν πρόεδρο που είχε χάσει το κύρος του, μ’ ένα κοινοβούλιο που από καιρό δεν το κρατούσε πια στα χέρια του και μ’ ένα λαό που σκεφτόταν να τον ξανακατακτήσει. Αν ψήφιζε υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης, ήξερε ότι θα ψήφιζε μάταια και ότι θα αποτύχαινε, γιατί σύμφωνα με το σύνταγμα θα σκόνταφτε στην αρνησικυρία των δημοκρατικών. Αν, αντίθετα προς το σύνταγμα, δήλωνε ότι η απλή πλειοψηφία ήταν δεςμευτική, θα μπορούσε τότε μονάχα να ελπίζει ότι θα κυριαρχούσε πάνω στην επανάσταση, αν υποτασσόταν χωρίς όρους στην εκτελεστική εξουσία, έτσι όμως θα έκανε το Βοναπάρτη κύριο του συντάγματος, της αναθεώρησης, και αυτού του ίδιου του κόμματος της τάξεως. Μια μερική μόνο αναθεώρηση που θα παράτεινε την εξουσία του προέδρου, άνοιγε το δρόμο στον αυτοκρατορικό σφετερισμό. Μια γενική αναθεώρηση που θα συντόμευε την ύπαρξη της δημοκρατίας, θα προκαλούσε μια αναπόφευγη σύγκρουση ανάμεσα στις δυναστικές αξιώσεις, γιατί οι όροι για μια παλινόρθωση των Βουρβώνων και οι όροι για μια παλινόρθωση των Ορλεανών δεν ήταν μονάχα διαφορετικοί, μα και αλληλοαποκλείονταν.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν κάτι παραπάνω από το ουδέτερο έδαφος, όπου οι δυο μερίδες της γαλλικής αστικής τάξης, νομιμόφρονες και ορλεανικοί, μεγάλη γαιοκτησία και βιομηχανία, μπορούσαν να διευθύνουν η μια δίπλα στην άλλη με ίσα δικαιώματα. Ήταν ο απαραίτητος όρος της κοινής τους κυριαρχίας, η μόνη κρατική μορφή, όπου το γενικό ταξικό τους συμφέρον υπέτασσε ταυτόχρονα τις αξιώσεις των ξεχωριστών ομάδων τους καθώς και όλες τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Σαν βασιλικοί ξαναπέφτανε στην παλιά τους αντίθεση, στην πάλη για την υπεροχή της γαιοκτησίας ή του χρήματος και η υπέρτατη έκφραση αυτής της αντίθεσης η προσωποποίησή της, ήταν οι ίδιοι οι βασιλιάδες τους, οι δυναστείες τους. Έτσι εξηγείται η εναντίωση του κόμματος της τάξεως στην ανάκληση των Βουρβώνων.

Ο ορλεανικός και αντιπρόσωπος του λαού Κρετόν είχε υποβάλει περιοδικά, στα 1849, στα 1850 και στα 1851, την πρόταση να ακυρωθεί το διάταγμα που εξόριζε τις βασιλικές οικογένειες. Επίσης περιοδικά το κοινοβούλιο παρουσίαζε το θέαμα μιας συνέλευσης βασιλικών, που έκλειναν επίμονα στους εξόριστους βασιλιάδες τους τις πύλες απ’ όπου μπορούσαν να ξαναγυρίσουν στον τόπο τους. Ο Ριχάρδος Γ’ είχε δολοφονήσει τον Ερρίκο ΣΤ’ δηλώνοντας ότι ήταν πάρα πολύ καλός γι’ αυτό τον κόσμο και ότι η θέση του ήταν στον ουρανό. Αυτοί εδώ δήλωναν ότι η Γαλλία ήταν τόσο κακή που δε μπορούσε ν’ αποκτήσει πάλι τους βασιλιάδες της. Εξαναγκασμένοι από τη δύναμη των περιστάσεων, είχαν γίνει δημοκρατικοί και επικύρωσαν επανειλημμένα την απόφαση του λαού, που είχε εξορίσει τους βασιλιάδες τους από τη Γαλλία.

Η αναθεώρηση του συντάγματος – και οι περιστάσεις τους ανάγκαζαν ν’ ασχολούνται μ’ αυτή – διαμφισβητούσε μαζί με τη δημοκρατία και την κοινή κυριαρχία των δύο αστικών ομάδων και ξαναζωντάνευε, μαζί με τη δυνατότητα της μοναρχίας, την αντίθεση των συμφερόντων που κατά προτίμηση είχε διαδοχικά εκπροσωπήσει, την πάλη για την υπεροχή της μιας ομάδας πάνω στην άλλη. Οι διπλωμάτες του κόμματος της τάξεως πίστευαν πώς θα μπορούσαν να εξομαλύνουν την πάλη με μια συνένωση των δύο δυναστειών, με μια λεγόμενη συγχώνευση των βασιλικών κομμάτων και των βασιλικών τους οίκων. Η πραγματική συγχώνευση της παλινόρθωσης και της μοναρχίας του Ιούλη ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπου έσβηναν τα ορλεανικά και τα νομιμόφρονα χρώματα και όπου οι διάφορες ποικιλίες του αστού εξαφανίζονταν μέσα στον αστό γενικά, μέσα στο γένος των αστών. Τώρα όμως ο ορλεανικός έπρεπε να γίνει νομιμόφρων και ο νομιμόφρων έπρεπε να γίνει ορλεανικός. Η μοναρχία, που προσωποποιούσε τον ανταγωνισμό τους, θα έπρεπε να ενσαρκώνει την ενότητά τους, η έκφραση των αποκλειστικών συμφερόντων τους σαν ομάδα θα έπρεπε να γίνει η έκφραση του κοινού ταξικού τους συμφέροντος, η μοναρχία θα έπρεπε να πραγματοποιήσει εκείνο που μόνο η κατάργηση δυο μοναρχιών, η δημοκρατία, μπορούσε να πραγματοποιήσει και είχε στ’ αλήθεια πραγματοποιήσει. Αυτή ήταν η φιλοσοφική λίθος, που για την κατασκευή της έσπαζαν τα κεφάλια τους οι αλχημιστές του κόμματος της τάξεως. Σαν να μπορούσε ποτέ η νόμιμη μοναρχία να γίνει μοναρχία της βιομηχανικής αστικής τάξης, ή η αστική μοναρχία να γίνει μοναρχία της κληρονομικής αριστοκρατίας της γης. Σαν να μπορούσαν να συναδελφωθούν κάτω από το ίδιο στέμμα η γαιοκτησία και η βιομηχανία, εκεί που το στέμμα δε μπορούσε να σκεπάσει παρά ένα μονάχα κεφάλι, το κεφάλι του μεγαλύτερου ή του μικρότερου αδελφού. Σαν να μπορούσε γενικά η βιομηχανία να συμφιλιωθεί με τη γαιοκτησία, όσο η γαιοκτησία δεν αποφασίζει να γίνει η ίδια βιομηχανική! Αν αύριο πέθαινε ο Ερρίκος Ε’, ο κόμης του Παρισιού δε θα γινόταν γι’ αυτό το λόγο βασιλιάς των νομιμοφρόνων, εκτός αν έπαυε να είναι βασιλιάς των ορλεανικών. Ωστόσο, οι φιλόσοφοι της συγχώνευσης, που φώναζαν τόσο πιο πολύ όσο το ζήτημα της αναθεώρησης έμπαινε στην πρώτη γραμμή, που είχαν δημιουργήσει το επίσημο καθημερινό όργανό τους, την εφημερίδα «Ασαμπλέ Νασιονάλ» και που αυτή τη στιγμή (Φλεβάρης 1852) βρίσκονται πάλι σε δράση, εξηγούσαν όλες τις δυσκολίες με την αντίθεση και την αντιζηλία των δύο δυναστειών. Οι απόπειρες να συμφιλιωθεί η οικογένεια της Ορλεάνης με τον Ερρίκο Ε’, που είχαν αρχίσει ύστερα από το θάνατο του Λουδοβίκου Φιλίππου, μα που, όπως γενικά όλες οι δυναστικές ραδιουργίες, παίζονταν στα παρασκήνια μονάχα στις διακοπές της εθνοσυνέλευσης, στα διαλείμματα, και που ήταν περισσότερο αισθηματική κοκεταρία με την παλιά πρόληψη παρά σοβαρή υπόθεση, οι απόπειρες αυτές έγιναν τώρα κύριες πολιτικές πράξεις και ανεβάστηκαν από το κόμμα της τάξεως στη δημόσια σκηνή, αντί στο θέατρο ερασιτεχνών όπως γινόταν ως τώρα. Οι ταχυδρόμοι πετούσαν από το Παρίσι στη Βενετία, από τη Βενετία στο Κλαρεμόν, από το Κλαρεμόν στο Παρίσι. Ο κόμης του Σαμπόρ δημοσίευσε ένα μανιφέστο, όπου «με τη βοήθεια όλων των μελών της οικογένειάς του» αναγγέλλει όχι τη δική του, μα την «εθνική» παλινόρθωση. Ο ορλεανικός Σαλβαντύ έπεσε στα πόδια του Ερρίκου Ε’. Οι αρχηγοί των νομιμοφρόνων Μπερρυέ, Μπενουά ντ’ Αζύ και Σαιν-Πρίστ πάνε στο Κλαρεμόν για να πείσουν τους ορλεανικούς, μάταια όμως. Οι οπαδοί της συγχώνευσης αντιλαμβάνονται πολύ αργά ότι τα συμφέροντα των δύο αστικών ομάδων ούτε χάνουν τίποτε από την αποκλειστικότητά τους, ούτε κερδίζουν τίποτε σε υποχωρητικότητα, όταν οξύνονται με τη μορφή οικογενειακών συμφερόντων, συμφερόντων δύο βασιλικών οίκων. Αν ο Ερρίκος Ε’ αναγνώριζε για διάδοχό του τον κόμη του Παρισιού – η μονη επιτυχία που η συγχώνευση μπορούσε να δώσει στην καλύτερη περίπτωση – ο οίκος της Ορλεάνης δεν κέρδιζε κανένα δικαίωμα, που να μην του το είχε κιόλας εξασφαλίσει το γεγονός ότι ο Ερρίκος Ε’ του το είχε κιόλας εξασφαλίσει το γεγονός ότι ο Ερρίκος Ε’ δεν είχε παιδιά, έχανε όμως όλα τα δικαιώματα που είχε κατακτήσει με την επανάσταση του Ιούλη. Παρατιόταν από τις αρχικές του αξιώσεις, από όλους τους τίτλους που είχε αποσπάσει στο διάστημα μιας σχεδόν εκατόχρονης πάλης από τον παλιότερο κλάδο των Βουρβώνων, αντάλλασσε το ιστορικό του προνόμιο, το προνόμιο της συγχρονισμένης βασιλείας με το προνόμιο του γενεαλογικού του δένδρου. Η συγχώνευση δεν ήταν λοιπόν τίποτε άλλο παρά μια θεληματική παραίτηση του οίκου της Ορλεάνης, η υποταγή του στους νομιμόφρονες, η γεμάτη μετάνοια επιστροφή του από την διαμαρτυρόμενη κρατική εκκλησία στην καθολική. Μια επιστροφή, που δεν τον έφερνε κάν στο θρόνο που είχε χάσει, αλλά στα σκαλοπάτια του θρόνου όπου είχε γεννηθεί. Οι παλιοί ορλεανικοί υπουργοί, ο Γκιζό, ο Ντυσατέλ κλπ, που έσπευσαν επίσης στο Κλαρεμόν για να συνηγορήσουν για τη συγχώνευση, αντιπροσώπευαν στην πραγματικότητα την αποχαύνωση, ύστερα από την επανάσταση του Ιούλη, την απογοήτευση για την αστική μοναρχία και τη μοναρχική κυριαρχία των αστών, τη δεισιδαιμονία για τη νομιμοφροσύνη σαν το τελευταίο φυλαχτό ενάντια στην αναρχία. Ενώ φαντάζονταν ότι ήταν μεσάζοντες ανάμεσα στους Ορλεανικούς και τους Βουρβώνους, ήταν στην πραγματικότητα μονάχα αποστάτες ορλεανικοί και σαν τέτοιους τους υποδέχθηκε ο πρίγκιπας ντε Ζουανβίλ. Αντίθετα, η ζωντανή, μαχητική μερίδα των ορλεανικών, ο Θιέρσος, ο Μπαζ κλπ, με μεγάλη ευκολία έπεισαν την οικογένεια του Λουδοβίκου Φιλίππου ότι, αν κάθε άμεση μοναρχική παλινόρθωση προϋποθέτει τη συγχώνευση των δύο δυναστειών, κάθε όμως παρόμοια συγχώνευση προϋποθέτει την παραίτηση του οίκου της Ορλεάνης, ενώ αντίθετα, ανταποκρίνεται πέρα για πέρα με την παράδοση των προγόνων του αν αναγνώριζε προσωρινά τη δημοκρατία και αν περίμενε ώσπου τα γεγονότα θα επέτρεπαν να μεταβληθεί η προεδρική έδρα σε θρόνο. Πρώτα διάδωσαν σαν φήμη την υποψηφιότητα του Ζουανβίλ για το αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας, η περιέργεια του κοινού κρατιόταν σε διέγερση και, λίγους μήνες αργότερα, το Σεπτέμβρη, ύστερα από την απόρριψη της αναθεώρησης, η υποψηφιότητα αυτή προκηρύχθηκε δημόσια.

Έτσι, η απόπειρα μιας βασιλικής συγχώνευσης των ορλεανικών και των νομιμοφρόνων δεν είχε μόνο ναυαγήσει, μα είχε ακόμα καταστρέψει την κοινοβουλευτική τους συγχώνευση, την κοινή τους δημοκρατική μορφή και είχε αποσυνθέσει ξανά το κόμμα της τάξεως στα πρωταρχικά συστατικά του μέρη. Μα όσο μεγάλωνε η αποξένωση ανάμεσα στο Κλαρεμόν και στη Βενετία, όσο έσπαζε η συμφιλίωσή τους και όσο κέρδιζε έδαφος η ζύμωση γύρω στο Ζουανβίλ, τόσο πιο δραστήριες και πιο σοβαρές γίνονταν οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον υπουργό του Βοναπάρτη Φωσέ και τους νομιμόφρονες.

Η διάλυση του κόμματος της τάξεως δε σταμάτησε στα πρωταρχικά του στοιχεία. Καθεμιά από τις δυο μεγάλες ομάδες του αποσυντέθηκε κι αυτή ξανά με τη σειρά της. Ήταν σάμπως όλες οι παλιές αποχρώσεις που άλλοτε καταπολεμούνταν και συνωθούνταν στο εσωτερικό της καθεμιάς από τις δυο ομάδες, είτε της ορλεανικής, είτε της νομιμόφρονης, να εμφανίζονται και πάλι, σαν τα αποξηραμένα εγχυματογενή ζωάρια που ξαναζωντανεύουν όταν έρχονται σε επαφή με το νερό και σάμπως να είχαν αποκτήσει ξανά αρκετή ζωτική δύναμη για να σχηματίσουν δικές τους ομάδες και δικά τους αντιτιθέμενα αυτοτελή συμφέροντα. Οι νομιμόφρονες ονειρεύονταν πώς γύριζαν ξανά στις διαμάχες αν μέσα στον Κεραμεικό και το περίπτερο Μαρσάν, (σ. Σ. Υπονοείται η σύγκρουση ανάμεσα στο Λουδοβίκο XVIII και στον αδελφό του, τον κόμη του Αρτουά – που έγινε αργότερα βασιλιάς με το όνομα Κάρολος Χ – στην περίοδο της παλινόρθωσης. Ο Λουδοβίκος XVIII είχε την έδρα του στον Κεραμεικό, ενώ ο κόμης του Αρτουά, που εκπροσωπούσε μιαν ακόμα αντιδραστικότερη πολιτική, έμενε στο περίπτερο Μαρσάν) ανάμεσα στον Βιλλέλ και τον Πολινιάκ. Οι ορλεανικοί ξαναζούσαν το χρυσό αιώνα των κονταρομαχιών ανάμεσα στους Γκιζό, Μολέ, Μπρολί, Θιέρσο και Οντιλόν Μπαρρό.

Η μερίδα του κόμματος της τάξεως που ήθελε την αναθεώρηση μα που κι αυτή δεν είχε ενιαία γνώμη για την έκταση που πρέπει να πάρει η αναθεώρηση, μια μερίδα που αποτελούνταν από νομιμόφρονες κάτω από την ηγεσία των Μπερρυέ και Φαλλού από τη μια και του Λα – Ρος – Ζακελέν από την άλλη και από κουρασμένους από την πάλη ορλεανικούς κάτω από την ηγεσία του Μολέ, του Μπρολί, του Μονταλαμπέρ και του Οντιλόν Μπαρρό, συμφώνησε με τους βοναπαρτικούς αντιπροσώπους να καταθέσει την παρακάτω αόριστη και ευρύτατη πρόταση: «Οι υπογραμμένοι αντιπρόσωποι, με το σκοπό να ξαναδώσουν στο έθνος την πλήρη ενάσκηση της κυριαρχίας του, προτείνουν να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα». Σύγχρονα όμως δήλωσαν ομόφωνα, με το στόμα του εισηγητή τους Τοκβίλ, ότι η εθνοσυνέλευση δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει την κατάργηση της δημοκρατίας, ότι το δικαίωμα αυτό το είχε μονάχα η αναθεωρητική Βουλή. Εξάλλου το Σύνταγμα δε μπορούσε να αναθεωρηθεί παρά μονάχα με «νόμιμο» τρόπο, δηλ. μόνο αν η σχετική απόφαση συγκέντρωνε τα τρία τέταρτα των ψήφων που όριζε το Σύνταγμα. Ύστερα από εξαήμερες θυελλώδεις συζητήσεις, στις 19 του Ιούνη, απορρίφθηκε όπως προβλεπόταν, η αναθεώρηση. Ψήφισαν 446 υπέρ και 278 κατά. Οι άκροι ορλεανικοί, Θιέρσος, Σανγκαρνιέ κλπ, ψήφισαν μαζί με τους δημοκρατικούς και τους ορεινούς.

Έτσι, η πλειοψηφία του κοινοβουλίου κηρυσσόταν ενάντια στο Σύνταγμα, μα το ίδιο το Σύνταγμα κηρυσσόταν υπέρ της μειοψηφίας και θεωρούσε δεσμευτική την απόφασή της. Μήπως όμως το κόμμα της τάξεως δεν είχε υποτάξει το Σύνταγμα, στις 31 του Μάη 1850 και στις 13 του Ιούνη 1849, στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Μήπως όλη η ως τώρα πολιτική του δε στηριζόταν στην υπαγωγή των άρθρων του συντάγματος στις αποφάσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας; Μήπως δεν είχε αφήσει στους δημοκράτες τη βιβλική δεισιδαιμονία στο γράμμα του νόμου και δεν είχε τιμωρήσει γι’ αυτό τους δημοκράτες; Αυτή τη στιγμή όμως αναθεώρηση του Συντάγματος δε σήμαινε τίποτε άλλο από τη διατήρηση της προεδρικής εξουσίας, όπως η διατήρηση του συντάγματος δε σήμαινε τίποτα άλλο από την καθαίρεση του Βοναπάρτη. Το κοινοβούλιο είχε πάρει το μέρος του Βοναπάρτη, μα το Σύνταγμα είχε κηρυχθεί ενάντια στο κοινοβούλιο. Ξεσκίζοντας λοιπόν το σύνταγμα, ο Βοναπάρτης ενεργούσε σύμφωνα με το πνεύμα του κοινοβουλίου, και διαλύοντας το κοινοβούλιο ενεργούσε σύμφωνα με το πνεύμα του συντάγματος.

Το κοινοβούλιο είχε κηρύξει το Σύνταγμα και μαζί μ’ αυτό και τη δική του κυριαρχία «εκτός πλειοψηφίας». Με την απόφασή του είχε καταργήσει το σύνταγμα και παρατείνει την προεδρική εξουσία, ενώ σύγχρονα είχε δηλώσει ότι ούτε το ένα μπορούσε να πεθάνει, ούτε η άλλη να ζήσει, όσο καιρό θα εξακολουθούσε να υπάρχει αυτό το ίδιο. Τα πόδια εκείνων που θα το θάβανε πατούσαν κιόλας το κατώφλι της πόρτας. Ενώ το κοινοβούλιο συζητούσε για την αναθεώρηση, ο Βοναπάρτης απομάκρυνε από τη διοίκηση της 1ης μεραρχίας του στρατού το στρατηγό Μπαραγκαί ντ’ Ιλλιέ, που δειχνόταν αναποφάσιστος, και διόρισε στη θέση του το στρατηγό Μανιάν, το νικητή της Λυών, τον ήρωα των ημερών του Δεκέμβρη, ένα από τα τσανάκια του, που από την εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου είχε λίγο πολύ εκτεθεί για το Βοναπάρτη με την ευκαιρία της εκστρατείας της Βουλώνης.

Το κόμμα της τάξεως απόδειξε, με την απόφασή του για την αναθεώρηση, ότι δεν ήξερε ούτε να κυριαρχεί, ούτε να υπηρετεί, ούτε να ζει, ούτε να πεθαίνει, ούτε να ανέχεται τη δημοκρατία, ούτε να τη γκρεμίζει, ούτε να διατηρεί το σύνταγμα, ούτε να το ανατρέπει, ούτε να συνεργάζεται με τον πρόεδρο, ούτε να τα χαλάει μαζί του. Από ποιον περίμενε λοιπόν τη λύση όλων των αντιφάσεων; Από το ημερολόγιο, από την πορεία των γεγονότων. Επαψε να θεωρεί τον εαυτό του κύριο των γεγονότων. Προκαλούσε λοιπόν τα γεγονότα να εξασκήσουν βία πάνω του, προκαλούσε δηλ. τη δύναμη εκείνη που στην πάλη του ενάντια στο λαό, της είχε παραχωρήσει διαδοχικά όλα τα δικαιώματά του, ώσπου στο τέλος στεκόταν το ίδιο ανίσχυρο αντίκρυ της. Για να μπορεί ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας να σχεδιάσει πιο ανενόχλητα το σχέδιο εκστρατείας εναντίον του, να δυναμώσει τα επιθετικά του μέσα, να διαλέξει τα σύνεργά του και να οχυρώσει τις θέσεις του, αποφάσισε ακριβώς σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή ν’ αποχωρήσει από τη σκηνή και ν’ αναβάλει για τρεις μήνες τις εργασίες της Βουλής από τις 10 του Αυγούστου ως τις 4 του Νοέμβρη.

Το κοινοβουλευτικό κόμμα δε χωρίστηκε μονάχα στις δυο μεγάλες του ομάδες, και η καθεμιά απ’ αυτές τις ομάδες δεν είχε μονάχα χωριστεί η ίδια, αλλά το κόμμα της τάξεως μέσα στο κοινοβούλιο είχε έρθει σε σύγκρουση με το κόμμα της τάξεως έξω από το κοινοβούλιο. Τα μεγάφωνα και οι συγγραφείς της αστικής τάξης, το βήμα της και ο τύπος, κοντολογίς οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης και η ίδια η αστική τάξη, οι αντιπρόσωποι και οι αντιπροσωπευόμενοι, στέκονταν σαν ξένοι ο ένας αντίκρυ στον άλλο και δεν καταλαβαίνονταν πια αναμεταξύ τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Η ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ, Η ΤΑ ΟΠΛΑ


Ζούμε σε μια εποχή έντονης ταξικής πάλης.

Έρχονται μέρες που η ταξική πάλη θα πάρει διάστασης λαϊκής εξέγερσης από τη μια και καταστολής του λαϊκού κινήματος από την άλλη.

Η ιστορική εξέλιξη, έχει αποδείξει με οδυνηρό πολλές φορές τρόπο ότι αν το αστικό κράτος δεν τσακιστεί από τις επαναστατικές δυνάμεις, η δυνατότητα εγκαθίδρυσης και στερέωσης της διάδοχης εξουσίας τίθεται υπό αίρεση. Στο ζήτημα αυτό η αστική τάξη διαθέτει μεγάλη εμπειρία και αμείλικτη αποφασιστικότητα.

Αποφάσισα να δημοσιεύσω μια σειρά από φωτογραφίες με τις μεγάλες ώρες της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, από τις κορυφαίες φάσεις της πορείας του λαϊκού μας κινήματος, κατά τον εικοστό αιώνα. Από τον Δεκέμβρη του 1944. Ευκαιρία για επίκαιρα συμπεράσματα που δυναμώνουν την πάλη μας για το σοσιαλισμό.


Το ΕΑΜ ήταν δημιούργημα του λαού. Στάθηκε δίπλα του στις πιο δύσκολες συνθήκες. Οργάνωσε τη μαζική ένοπλη πάλη του, τον έσωσε από την πείνα, έβγαλε πλατιές μάζες από την πολιτική καθυστέρηση, δημιούργησε φύτρα λαϊκής εξουσίας στα εδάφη της ελεύθερης Ελλάδας. Αυτό φοβόταν και η ντόπια πλουτοκρατία. (φωτ: Συγκέντρωση του ΕΑΜ)

Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί και ακολούθησε μια ριπή

Πυροβολούσαν άοπλους

Επειδή το ΕΑΜ καλούσε σε δράση για καλύτερες μέρες, και όχι μόνο για την απελευθέρωση, ακριβώς γι' αυτό μπορούσε και η πάλη του κατά των Γερμανοϊταλών και Βουλγάρων κατακτητών να είναι πιο αποφασιστική, πιο μαζική, πιο ουσιαστική, να συνεπαίρνει χιλιάδες εργάτες και αγρότες, γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων, τη νεολαία
Ο Γ. Παπανδρέου και οι Αγγλοι ζητούσαν επίμονα τη διάλυση του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής και επέμειναν στη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, δηλαδή ενόπλων σωμάτων της άρχουσας τάξης (φωτ:Γ. Παπανδρέου και Σκόμπι δίπλα στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό)

Αθήνα 4 Δεκέμβρη 1944. Χιλιάδες λαού στην κηδεία των θυμάτων της προηγούμενης μέρας. Ανάμεσά τους τα μαυροφορεμένα κορίτσια, κρατώντας το πανό που έγραφε: «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα - ΕΑΜ»

Η ειρηνική διαδήλωση χτυπήθηκε με τα όπλα. 30 νεκροί και πάνω από 100 τραυματίες ήταν ο αιματηρός απολογισμός της εγκληματικής αυτής ενέργειας της αντίδρασης

ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ
ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ,
ΔΙΑΛΕΓΕΙ `Η ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ `Η ΤΑ ΟΠΛΑ.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ ΚΑΛΑ ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΙ

Όλα τα καλά παιδιά είναι εδώ.

Κάθε πόρος του συστήματος στάζει «χολή».

Κάθε πρόθυμος επιστρατεύεται, από τον ΛΑ.Ο.Σ. ως την ξεπουλημένη συνδικαλιστική ηγεσία.

Λογής, λογής γραφιάδες και δημοσιολόγοι, που έχουν θέσει την «πένα» και τη «γλώσσα» τους στην υπηρεσία του συστήματος.

Γιατί ρε πρωτοπαλίκαρα το ΚΚΕ, ένα κόμμα, που κατά καιρούς εσείς οι ίδιοι απαξιώνετε σαν μια «ελάχιστη μειοψηφία», στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο σας; Τι σας αναγκάζει ρε κουραμπιέδες να σπαταλάτε χρόνο και φαιά ουσία για να ανακυκλώσετε μια προπαγάνδα άλλοτε για ιστορικά γεγονότα, άλλοτε για τα οικονομικά του, πάντα για τη στάση του απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική;

Γιατί καμάρια της αστικής τάξης; Γιατί μου αγχώνεστε;

Φοβάστε τη στρατηγική του ΚΚΕ;

Γνωρίζετε ότι αν αυτή «γονιμοποιήσει» τη διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και οργή, αυτό που θα γεννηθεί θα κλονίσει συθέμελα το σύστημά που σας ταΐζει;

Βλέπετε γύρο σας την δυσαρέσκεια και την οργή που φουντώνουν ακόμα και σε ανθρώπους του μόχθου που ψήφισαν το ΠΑΣΟΚ για τους όποιους λόγους και νιώθουν σήμερα εξαπατημένοι και προδομένοι;

Μαθαίνετε ότι ο ένας μετά τον άλλο, αναγνωρίζουν ότι όσα τους έλεγε το ΚΚΕ επιβεβαιώνονται και το προσεγγίζουν; Φάνηκε αυτό και στην απεργιακή κινητοποίηση της 17ης του Δεκέμβρη. Η δυναμική και το περιεχόμενο αυτής της κινητοποίησης, η συνολική δράση του ΠΑΜΕ και η πίεση των προβλημάτων στους τόπους δουλειάς, συνέβαλαν καταλυτικά ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να επιβάλουν απεργιακές αποφάσεις σε κλάδους και χώρους δουλειάς όπου οι ταξικές δυνάμεις δεν πλειοψηφούν συνδικαλιστικά.

Χτυπάτε κουφάλες εκεί που αναγνωρίζετε τον κίνδυνο: Το λαό για την αστείρευτη δύναμη που διαθέτει και το ΚΚΕ για την πολιτική πρόταση που διαθέτει, η οποία μπορεί αυτή τη δύναμη του λαού να την ενεργοποιήσει. Χτυπάτε εκείνους, που μιλάνε στην εργατική τάξη και στα φτωχά λαϊκά στρώματα με τη γλώσσα της αλήθειας. Κι η αλήθεια για το λαό είναι μία: Δεν ευθύνεται για την κρίση, πρέπει να αρνηθεί να την πληρώσει, να μην εκχωρήσει ούτε μισό απ' τα δικαιώματά του, να παλέψει για να παραδώσει περισσότερα στα παιδιά του. Παράγει όλο τον πλούτο, πρέπει να τον διεκδικήσει. Τον καρπώνονται μια χούφτα πλουτοκράτες, πρέπει να τους αντιμετωπίσει, να στρέψει την πάλη του εναντίον τους

Θέλετε τον εργάτη υποταγμένο, να συναινέσει στο σφαγιασμό των δικαιωμάτων του. Και το ΚΚΕ σας χαλάει τα σχέδια.

Θέλετε την εργατική τάξη να δέχεται με απάθεια και αδράνεια τον πόλεμο που της κήρυξαν. Και το ΚΚΕ σας χαλάει τα σχέδια.

Αυτό σας πονάει και σας τσούζει. Γι' αυτό και αντιδράτε όπως αντιδράτε. Το ΚΚΕ δεν μπορείτε να το βάλετε στο χέρι, αυτό το γνωρίζετε. Μπορείτε να συκοφαντείτε, να διαστρεβλώνετε, να αποσιωπάτε τις θέσεις και τη δράση του. Αλλά πρόσκαιρα. Εκεί όπου οι άνθρωποι του μόχθου εργάζονται και ζουν, εκεί οι κομμουνιστές οικοδομούν μαζί τους δεσμούς ισχυρούς, σχέσεις που η αντιΚΚΕ προπαγάνδα δεν μπορεί να αγγίξει. Το γνωρίζετε και το φοβάστε, βλέπετε την απήχηση του Κόμματος, το κύρος του μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, την πολλαπλάσια της εκλογικής του δύναμης επιρροή του και έχετε γεμίσει τα μπεμπιλίνο σας με τσίσα.

Ακούστε με καλά λιμοκοντόροι, δε θα καταφέρετε το σκοπό σας. Μπορεί να έχετε όλα τα μέσα στα χέρια σας, δεν έχετε όμως με το μέρος σας το δίκιο. Το μέλλον δεν ανήκει στο σάπιο σύστημά σας. Ανήκει στον κόσμο της δουλειάς. Και θα το κατακτήσει, με μπροστάρη το ΚΚΕ.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Η 18η ΜΠΡΥΜΑΙΡ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ (10)

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

10ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Αποδιώχνοντας το στρατό που στο πρόσωπο του Σανγκαρνιέ είχε μπει στη διάθεση του κόμματος της τάξεως και παραδίνοντάς τον έτσι αμετάκλητα στον πρόεδρο, το κόμμα της τάξεως δηλώνει ότι η αστική τάξη είχε χάσει από δω και μπρος την ικανότητα να κυβερνάει. Δεν υπήρχε πια κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Χάνοντας ακόμα την εξουσία πάνω στο στρατό και την εθνοφυλακή, τι άλλη δύναμη του έμενε για να υπερασπίσει ταυτόχρονα την εξουσία του κοινοβουλίου που τη σφετερίστηκε από το λαό ενάντια στο λαό και τη δική του συνταγματική εξουσία ενάντια στον πρόεδρο; Καμιά. Δεν του έμενε παρά η έκκληση σε ανίσχυρες αρχές, που τις είχε το ίδιο πάντα ερμηνεύσει σα γενικούς κανόνες που τους υπαγορεύει κανείς στους άλλους για να μπορεί ο ίδιος να κινείται με ακόμα περισσότερη ελευθερία. Με την απόλυση του Σανγκαρνιέ, με την υπαγωγή της στρατιωτικής δύναμης στο Βοναπάρτη κλείνει το πρώτο μέρος της περιόδου που εξετάζουμε, της περιόδου της πάλης ανάμεσα στο κόμμα της τάξεως και στην εκτελεστική εξουσία. Ο πόλεμος ανάμεσα στις δυο εξουσίες, έχει τώρα κηρυχτεί ανοιχτά, διεξάγεται ανοιχτά, αλλά μόνον αφού το κόμμα της τάξεως έχασε τα όπλα και τους στρατιώτες. Δίχως κυβέρνηση, δίχως λαό, δίχως κοινή γνώμη, μη όντας πια μετά τον εκλογικό νόμο της 31 του Μάη ο εκπρόσωπος του κυρίαρχου έθνους, δίχως μάτια, δίχως αυτιά, δίχως δόντια, δίχως τίποτε, η εθνοσυνέλευση είχε μετατραπεί σιγά – σιγά σ’ ένα κοινοβούλιο της παλιάς Γαλλίας, που είναι υποχρεωμένο ν’ αφήνει κάθε δράση στην κυβέρνηση και να ικανοποιείται το ίδιο με γκρινιάρικες διαμαρτυρίες κατόπιν εορτής.

Το κόμμα της τάξεως υποδέχεται τη νέα κυβέρνηση με μια θύελλα αγανάκτησης. Ο στρατηγός Μπεντώ ξαναθυμίζει την επιείκεια που είχε δείξει η μόνιμη επιτροπή κατά τις διακοπές και την υπερβολική της λεπτότητα που την είχε κάνει να παραιτηθεί από τη δημοσίευση των πρακτικών της. Ο υπουργός των εσωτερικών επιμένει λοιπόν ο ίδιος να δημοσιευθούν αυτά τα πρακτικά, που έγιναν, τώρα, φυσικά, άνοστα σαν στεκούμενο νερό, δεν αποκαλύπτουν κανένα καινούργιο γεγονός και πέφτουν στο βαριεστημένο κοινό δίχως να προξενούν την παραμικρή εντύπωση. Ύστερα από πρόταση του Ρεμυζά, η εθνοσυνέλευση αποσύρεται στις επιτροπές της και διορίζει μια «επιτροπή εξαιρετικών μέτρων». Το Παρίσι δε βγαίνει από την τροχιά των καθημερινών του ασχολιών, τόσο μάλιστα που τη στιγμή εκείνη το εμπόριο είναι ανθηρό, οι βιομηχανίες εργάζονται, οι τιμές των δημητριακών είναι χαμηλές, τα τρόφιμα είναι άφθονα και τα ταμιευτήρια δέχονται κάθε μέρα καινούργιες καταθέσεις. Τα «εξαιρετικά μέτρα», που είχε προαναγγείλει με τόσο θόρυβο το κοινοβούλιο, εξανεμίζονται στις 18 του Γενάρη με μια ψηφοφορία δυσπιστίας προς τους υπουργούς, δίχως να αναφερθεί καν το όνομα του στρατηγού Σανγκαρνιέ. Το κόμμα της τάξεως αναγκάστηκε να διατυπώσει με τέτοιο τρόπο την πρότασή του για να εξασφαλίσει τις ψήφους των δημοκρατικών, επειδή απ’ όλα τα μέτρα της κυβέρνησης εκείνο που επιδοκίμαζαν οι δημοκρατικοί ήταν ακριβώς η απόλυση του Σανγκαρνιέ, ενώ το κόμμα της τάξεως δε μπορεί στην πραγματικότητα να κατακρίνει τις άλλες πράξεις της κυβέρνησης που τις είχε υπαγορεύσει το ίδιο.

Η καταψήφιση της κυβέρνησης στις 18 του Γενάρη έγινε με 415 ψήφους ενάντια σε 286. Πραγματοποιήθηκε λοιπόν μόνο χάρη σε ένα συνασπισμό των δηλωμένων νομιμοφρόνων και ορλεανικών, των πούρων δημοκρατών και των ορεινών. Έτσι αποδείχτηκε ότι το κόμμα της τάξεως είχε χάσει στις συγκρούσεις με το Βοναπάρτη όχι μόνο την κυβέρνηση, όχι μόνο το στρατό, αλλά και την ανεξάρτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του, ότι ένα πλήθος αντιπρόσωποι είχαν λιποτακτήσει από το στρατόπεδό του, είτε από φανατισμό για συμφιλίωση, είτε από φόβο μπροστά στην πάλη, είτε από κούραση, είτε από οικογενειακή λεπτότητα για τις κρατικές απολαβές των εξ αίματος συγγενών, είτε από κερδοσκοπία γύρω στις υπουργικές θέσεις που θ’ άδειαζαν (Οντιλόν Μπαρρό), είτε από τον ταπεινό εγωισμό που κάνει πάντα τον κοινό αστό να είναι έτοιμος να θυσιάσει το γενικό συμφέρον της τάξης του σε τούτο ή σε εκείνο το προσωπικό συμφέρον. Οι βοναπαρτικοί αντιπρόσωποι ανήκαν εξ αρχής στο κόμμα της τάξεως μόνο για την πάλη ενάντια στην επανάσταση. Ο αρχηγός του καθολικού κόμματος, ο Μονταλαμπέρ, έριχνε από τότε κιόλας την επιρροή του στην πλάστιγγα του Βοναπάρτη, επειδή αμφέβαλλε για τη βιωσιμότητα του κοινοβουλευτικού κόμματος. Τέλος, οι αρχηγοί αυτού του κόμματος, ο Θιέρσος και ο Μπερρυέ, ο ορλεανικός και ο νομιμόφρων, ήταν αναγκασμένοι να αυτοκηρύσσονται ανοιχτά δημοκρατικοί, να ομολογούν ότι αν η καρδιά τους ήταν βασιλική, το κεφάλι τους όμως ήταν δημοκρατικό, ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν η μόνη δυνατή μορφή κυριαρχίας του συνόλου της αστικής τάξης. Ήταν έτσι αναγκασμένοι να στιγματίζουν, στα μάτια της ίδιας της αστικής τάξης, σαν μια μηχανορραφία τόσο επικίνδυνη, όσο και επιπόλαιη, τα σχέδια για παλινόρθωση που εξακολουθούσαν να επιδιώκουν ακούραστα πίσω από τις πλάτες του κοινοβουλίου.

Η καταψήφιση της 18 του Γενάρη έθιγε τους υπουργούς και όχι τον πρόεδρο. Μα το Σανγκαρνιέ τον είχε απολύσει ο πρόεδρος και όχι η κυβέρνηση. Μήπως θα έπρεπε το κόμμα της τάξεως να θέσει υπό κατηγορία τον ίδιο το Βοναπάρτη; Για τους παλινορθωτικούς του πόθους; Μα αυτοί οι πόθοι συμπλήρωναν απλώς τους πόθους του κόμματος της τάξεως. Για τη συνωμοσία του στις στρατιωτικές παρελάσεις και στην εταιρία της 10 του Δεκέμβρη; Μα από καιρό τώρα είχανε θάψει αυτά τα θέματα κάτω από απλές ημερήσιες διατάξεις. Για την παύση του ήρωα της 29 του Γενάρη και της 13 του Ιούνη, του ανθρώπου που το Μάη του 1850 απειλούσε ότι σε περίπτωση εξέγερσης θα βάλει φωτιά και στις τέσσερις γωνιές του Παρισιού; Μα οι σύμμαχοί του, οι ορεινοί και ο Καβαινιάκ, δεν τους επιτρέψανε και να ανορθώσουν με μια επίσημη έκφραση συλλυπητηρίων τον πεσμένο «προμαχώνα της κοινωνίας». Δεν μπορούσαν να αμφισβητήσουν οι ίδιοι στον πρόεδρο τη συνταγματική αρμοδιότητα να παύει ένα στρατηγό. Χαλούσαν τον κόσμο γιατί ο πρόεδρος έκανε αντικοινοβουλευτική χρήση του συνταγματικού του δικαιώματος. Μήπως όμως οι ίδιοι δεν έκαναν διαρκώς αντισυνταγματική χρήση των κοινοβουλευτικών τους προνομίων και ιδιαίτερα όταν καταργούσαν το γενικό εκλογικό δικαίωμα; Ήτανε λοιπόν αναγκασμένοι να κινούνται ακριβώς μέσα στα κοινοβουλευτικά πλαίσια. Και χρειαζόταν εκείνη η ιδιόμορφη αρρώστια, που από το 1848 λυμαινόταν ολόκληρη την ήπειρο, ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός (ηλιθιότητα) που όσους προσβάλλει τους αιχμαλωτίζει, τους δένει σ’ έναν κόσμο φανταστικό και τους αφαιρεί κάθε αντίληψη, κάθε ανάμνηση και κάθε κατανόηση του σκληρού εξωτερικού κόσμου, χρειαζόταν λοιπόν αυτός ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός για να θεωρούν ακόμα για νίκες τις κοινοβουλευτικές τους νίκες και για να νομίζουν ότι πετυχαίνουν τον πρόεδρο όταν χτυπούν τους υπουργούς του, αφού είχαν καταστρέψει με τα ίδια τους τα χέρια όλους τους όρους της κοινοβουλευτικής εξουσίας και αφού ήταν αναγκασμένοι να την καταστρέψουν στην πάλη τους ενάντια στις άλλες τάξεις. Έτσι του δίνανε μονάχα την ευκαιρία να ταπεινώσει ξανά την εθνοσυνέλευση μπρος στα μάτια του έθνους. Στις 20 του Γενάρη η «Μονιτέρ» ανάγγειλε πως έγινε δεκτή η απόλυση ολόκληρης της κυβέρνησης. Με το πρόσχημα ότι κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα δε συγκεντρώνει πια την πλειοψηφία, όπως το αποδείχνει η ψηφοφορία της 18 του Γενάρη, αυτός ο καρπός του συνασπισμού ανάμεσα στους ορεινούς και τους βασιλικούς, και περιμένοντας το σχηματισμό μιας νέας πλειοψηφίας, ο Βοναπάρτης διόρισε μια λεγόμενη μεταβατική κυβέρνηση, που κανένα από τα μέλη της δεν ανήκε στο κοινοβούλιο και που όλα ήταν πέρα για πέρα άγνωστα και ασήμαντα υποκείμενα, μια κυβέρνηση από απλούς υπαλλήλους και γραφιάδες. Το κόμμα της τάξεως μπορούσε τώρα να φθείρεται στο παιχνίδι μ’ αυτά τα ανδρείκελα, η εκτελεστική εξουσία δε θεωρούσε πως άξιζε πια τον κόπο να αντιπροσωπεύεται σοβαρά στην εθνοσυνέλευση. Όσο περισσότερο οι υπουργοί του ήταν απλά βουβά πρόσωπα, τόσο πιο φανερά συγκέντρωνε ο Βοναπάρτης στο πρόσωπό του ολόκληρη την εκτελεστική εξουσία και τόσο περισσότερο ελεύθερο πεδίο δράσης είχε για να την εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς.

Το συνασπισμένο με τους ορεινούς κόμμα της τάξεως εκδικήθηκε απορρίπτοντας την προεδρική επιχορήγηση από 1.800.000 φράγκα, που ο αρχηγός της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη είχε αναγκάσει τους υπουργικούς του υπαλλήλους να προτείνουν. Αυτή τη φορά αποφάσισε μια πλειοψηφία από 102 ψήφους μονάχα. Δηλαδή από τις 18 του Γενάρη το κόμμα της τάξεως έχασε άλλες 27 ψήφους. Η διάλυση του κόμματος της τάξεως προχωρούσε. Και για να μη γελαστεί κανείς ούτε στιγμή για τη σημασία του συνασπισμού του με τους ορεινούς, το κόμμα της τάξεως απαξίωσε ταυτόχρονα και να πάρει απλώς υπόψη του μια πρόταση υπογραμμένη από 189 μέλη των ορεινών για γενική αμνηστία των πολιτικών καταδίκων. Έφτασε η δήλωση του υπουργού των εσωτερικών, κάποιου Βαϊς, ότι η ησυχία που υπάρχει είναι μόνο φαινομενική, ότι στα κρυφά επικρατεί μεγάλος αναβρασμός, ότι στα κρυφά οργανώνονταν να επανεκδοθούν, ότι οι εκθέσεις από τους νομούς ήτανε δυσμενείς, ότι οι φυγάδες της Γενεύης διεύθυναν μέσω της Λυών μια συνωμοσία που επεκτεινόταν σ’ όλη τη νότια Γαλλία, ότι η Γαλλία βρισκόταν στα πρόθυρα μιας βιομηχανικής και εμπορικής κρίσης, ότι οι εργοστασιάρχες του Ρουμπαί είχαν λιγοστέψει τις ώρες εργασίας, ότι οι φυλακισμένοι της Μπελ – Ίλ (σ. σ. νησί στις δυτικές ακτές της Γαλλίας όπου είχαν φυλακιστεί οι επαναστάτες, ύστερα από το 1848) είχαν εξεγερθεί – έφτασε μονάχα να επικαλεστεί ένας κάποιος Βαϊς το κόκκινο φάντασμα, για ν’ απορρίψει το κόμμα της τάξεως, δίχως συζήτηση, μια πρόταση που ασφαλώς θα έδινε τεράστια δημοτικότητα στην εθνοσυνέλευση και θα ξανάριχνε πάλι το Βοναπάρτη στην αγκαλιά της. Αντί να επιτρέψει στην εκτελεστική εξουσία να το εκφοβίσει με την προοπτική καινούργιων ταραχών, θα έπρεπε αντίθετα το κόμμα της τάξεως ν’ αφήσει λίγο ελεύθερο έδαφος στην πάλη των τάξεων, για να βάλει την εκτελεστική εξουσία κάτω από την εξάρτησή του. Αλλά δεν αισθανόταν τον εαυτό του ικανό να παίζει με τη φωτιά.

Στο μεταξύ, η λεγόμενη μεταβατική κυβέρνηση φυτοζώησε ως τα μέσα του Απρίλη. Ο Βοναπάρτης κούραζε και κορόϊδευε την εθνοσυνέλευση με διαρκώς καινούργιους κυβερνητικούς συνδυασμούς. Πότε φαινόταν πώς ήθελε να σχηματίσει μια δημοκρατική κυβέρνηση με το Λαμαρτίνο και τον Μπιγιό πότε μια κοινοβουλευτική με τον αναπόφευγο Οντιλόν Μπαρρό, που το όνομά του δε μπορεί να λείπει κάθε φορά που χρειάζεται ένα κοροΐδο, πότε μια νομιμόφρονη κυβέρνηση με τον Βατιμενίλ και τον Μπενουά ντ’ Αζύ, και πότε μια ορλεανική με τον Μαλβίλ. Και ενώ κρατάει έτσι σε ένταση αντιμέτωπες τις διάφορες ομάδες του κόμματος της τάξεως και τις φοβερίζει όλες με την προοπτική μιας δημοκρατικής κυβέρνησης και με την επαναφορά του γενικού εκλογικού δικαιώματος που θα είχε γίνει τότε αναπότρεπτη, δημιουργεί ταυτόχρονα στην αστική τάξη την πεποίθηση ότι οι ειλικρινείς προσπάθειές του για μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση ναυαγούν εξαιτίας της αδιαλλαξίας των βασιλοφρόνων ομάδων. Η αστική τάξη όμως με τόσο μεγαλύτερο θόρυβο απαιτούσε μια «ισχυρή κυβέρνηση» και εύρισκε τόσο πιο ασυγχώρητο ν’ αφήνεται η Γαλλία «δίχως διοίκηση», όσο περισσότερο φαινόταν ότι πλησίαζε μια γενική εμπορική κρίση, που στρατολογούσε στις πόλεις οπαδούς για το σοσιαλισμό στην ύπαιθρο η καταστροφικά χαμηλή τιμή των δημητριακών. Το εμπόριο χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, ο αριθμός των χεριών που έμεναν δίχως απασχόληση αύξαινε αισθητά. Στο Παρίσι 10.000 εργάτες τουλάχιστο ήτανε δίχως ψωμί. Στη Ρουέν, στη Μυλούζη, στη Λυών, στο Ρουμπαί, στο Τουρκουάν, στο Σαιν – Ετιέν, στο Ελμπέφ, κλπ. Είχαν κλείσει αμέτρητα εργοστάσια. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Βοναπάρτης μπορούσε να τολμήσει στις 11 του Απρίλη να επαναφέρει την κυβέρνηση της 18 του Γενάρη, με τους κ. κ. Ρουέ, Φουλντ, Μπαρός κλπ., ενισχυμένους με τον κ. Λεόν Φωσέ, που η συντακτική συνέλευση στις τελευταίες μέρες της τον είχε στιγματίσει ομόφωνα (εκτός από τις ψήφους πέντε υπουργών) με ψήφο αποδοκιμασίας γιατί είχε κυκλοφορήσει πλαστά τηλεγραφήματα. Έτσι, η εθνοσυνέλευση είχε κερδίσει στις 18 του Γενάρη μια νίκη ενάντια στην κυβέρνηση, είχε παλέψει τρεις μήνες ενάντια στο Βοναπάρτη, για να μπορέσουν ο Φουλντ και ο Μπαρός να πάρουν στις 11 του Απρίλη τον πουριτανό Φωσέ σαν τρίτο στην κυβερνητική τους συμμαχία.

Το Νοέμβρη του 1849 ο Βοναπάρτης αρκέστηκε σε μια μη κοινοβουλευτική κυβέρνηση, το Γενάρη του 1851 σε μια εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση και στις 11 του Απρίλη ένιωθε τον εαυτό του αρκετά ισχυρό για να σχηματίσει μια αντικοινοβουλευτική κυβέρνηση, που συγκέντρωνε αρμονικά τις ψήφους μη εμπιστοσύνης των δύο συνελεύσεων, της συντακτικής και της νομοθετικής, της δημοκρατικής και της βασιλικής. Η κλίμακα αυτή των κυβερνήσεων ήταν το θερμόμετρο, που μ’ αυτό μπορούσε το κοινοβούλιο να μετράει το πέσιμο της δικής του ζωικής θερμοκρασίας. Στα τέλη του Απρίλη η θερμοκρασία αυτή είχε πέσει τόσο χαμηλά, που ο Περσινύ μπόρεσε, σε μια προσωπική συνάντηση, να ζητήσει από το Σανγκαρνιέ να προσχωρήσει στο στρατόπεδο του προέδρου. Τον διαβεβαίωσε ότι ο Βοναπάρτης θεωρούσε ολότελα εκμηδενισμένη την επιρροή της εθνοσυνέλευσης και είχε κιόλας έτοιμο το διάγγελμα που θα δημοσιευόταν μετά το πραξικόπημα, που το επιδίωκε πάντα μα που αναβλήθηκε ξανά από ένα τυχαίο γεγονός. Ο Σανγκαρνιέ ανακοίνωσε στους αρχηγούς του κόμματος της τάξεως αυτή την θανατική καταδίκη. Ποιος όμως πιστεύει ότι σκοτώνει το τσίμπημα των κοριών; Και το κοινοβούλιο, όσο κι αν ήταν τσακισμένο, διαλυμένο, σαπισμένο μέχρι θανάτου δε μπορούσε να το πάρει απόφαση ότι η μονομαχία του με το γελοίο αρχηγό της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μονομαχία με έναν κοριό; Ο Βοναπάρτης όμως απάντησε στο κόμμα της τάξεως όπως ο Αγησίλαος στο βασιλιά Άγι: «Σου φαίνομαι μηρμύγκι, μα κάποτε θα γίνω λιοντάρι».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

ΚΑΛΕΣ ΙΔΕΕΣ, ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΣΩΣΤΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ !!!

Είναι κάποιοι άνθρωποι που τους εκτιμάς χωρίς να έχεις αλλάξει μαζί τους ούτε καλημέρα. Τους έχεις γνωρίσει μέσα από την δουλειά τους ως καλλιτέχνες, τους σέβεσαι και όταν μιλούν σπεύδεις να δεις τη έχουν να πουν.

Βλέπω κι εγώ συνέντευξη του αγαπημένου μου Νίκου Πορτοκάλογλου, πέφτω με τα μούτρα γεμάτος αγωνία να δω τι θα πει και στο τέλος τρίβω τα μάτια μου να δω αν διαβάζω σωστά. Αν και διαπιστώνει ότι ως κράτος «κρεμόμαστε ήδη στον γκρεμό», βλέπει στους νέους κυβερνώντες «όρεξη για δουλειά, φρέσκα και άφθαρτα πρόσωπα, καλές ιδέες, προς τις σωστές κατευθύνσεις»!!! Ποιες είναι οι σωστές κατευθύνσεις βρε Νίκο μου; Η μείωση των συντάξεων και η αύξηση των ορίων ηλικίας; Η παράταση του εργάσιμου βίου; Η μη εγγυημένη επαγγελματική αντί για την κοινωνική ασφάλιση; Η δραστικές περικοπές στις παροχές υγείας; Η περικοπές στις αναπηρικές συντάξεις;

Και πριν προλάβω να συνέλθω από την κεραμίδα Πορτοκάλογλου, να σου μπροστά μου η αξιοσέβαστη κυρία Τζένη Ρουσσέα, η οποία θυμήθηκε ξαφνικά τις δασικές πυρκαγιές μες στο χειμώνα και έβγαλε ωμή ξενοφοβία και ρατσισμό. Στο ερώτημα «ποιος βάζει τις φωτιές» απαντάει «Πάντως όχι Έλληνας, ψάξτε ξένους δάκτυλους!». Και συμπληρώνει μόνη της, χωρίς να ερωτηθεί: «οι μετανάστες να έρχονται στην Ελλάδα, αλλά όχι με τους σκοπούς που έρχονται!». Κυρία Τζένη μου με όλο το σεβασμό, αυτά καταλάβατε μετά από πενήντα χρόνια στο θέατρο;

Την «χαριστική βολή» μου την έδωσε η κυρία Άννα Παναγιωτοπούλου, η οποία μόλις ανακάλυψε την καθημερινή ζωή. Έμεινε για πρώτη φορά ενάμιση χρόνο στην Τήνο και εκεί κατάλαβε, λέει, τι σημαίνει «ζω εκτός θεάτρου». Τι σημαίνει; «Από το να στρώνω το πρωί το κρεβάτι μου και να κάνω το πρωινό μου και να τρώω, μέχρι να καθαρίζω το μπάνιο μου για να κάνω μπάνιο, να πηγαίνω να ψωνίζω και να μαγειρεύω για να φάω. Έμαθα τι σημαίνει πληρώνω λογαριασμούς, για να μη μου κόψουν το φως και το νερό». Καλά, από ποιες εμπειρίες αληθινής ζωής αντλούσε για να παίζει τόσα χρόνια; Από τα ραντεβού με το υπηρετικό προσωπικό;